Σε αυτή τη σελίδα: according to, accord

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
according to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in the opinion of)σύμφωνα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to David, the concert was very good.
 Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ, η συναυλία ήταν πολύ καλή.
according to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in the words of)σύμφωνα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to Proudhon, property is theft!
 Σύμφωνα με τον Προυντόν, η ιδιοκτησία συνιστά κλοπή!
according to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in order determined by)σύμφωνα, ανάλογα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The children lined up according to their height, from shortest to tallest.
 Τα παιδιά παρατάχθηκαν ανάλογα με το ύψος τους, από το πιο κοντό στο πιο ψηλό.
according to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (as stated in)σύμφωνα με επίρ + πρόθ
  με βάση κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Make the bread according to the recipe.
 Φτιάξε ψωμί σύμφωνα με τη συνταγή.
according to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in proportion to)σύμφωνα με, ανάλογα με επίρ + πρόθ
 Salaries are determined according to experience.
 Οι μισθοί καθορίζονται ανάλογα με την εμπειρία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accord nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agreement)συμφωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The two gentlemen have an accord to cease fighting.
 Οι δύο κύριοι έχουν κάνει συμφωνία να σταματήσουν τους τσακωμούς.
accord nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (treaty)συμφωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σύμφωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The two nations signed an accord that would end hostilities.
 Τα δύο έθνη υπέγραψαν σύμφωνο που θα έθετε τέρμα στις εχθροπραξίες.
accord with [sth] vi + prep (correspond)είμαι σε συμφωνία ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  συμφωνώ με ρ αμ + προθ
 Make sure your behavior accords with the company's code of conduct.
 Βεβαιώσου πως η συμπεριφορά σου συμφωνεί με τον εταιρικό κώδικα συμπεριφοράς.
accord [sth] to [sb] vtr + prep (grant) (κτ σε κπ)αποδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κτ σε κπ)απονέμω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κτ σε κπ)παραχωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We hereby accord to the petitioner the relief that she requests.
 Διά του παρόντος παραχωρούμε στην αιτούσα το βοήθημα που ζητά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
according to | accord
ΑγγλικάΕλληνικά
according to custom advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as is traditional)παραδοσιακά, εθιμοτυπικά, σύμφωνα με τα έθιμα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to custom, the dinner must be on the first Sunday in June.
according to law exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in agreement with law)σύμφωνα με το νόμο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to law, the website owner must check all materials published on it.
according to legend exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in mythology) (μυθολογία)σύμφωνα με το μύθο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ο μύθος λέει ότι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 According to legend, the infants Romulus and Remus were suckled by a wolf.
according to legend exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in popular myth or belief) (παράδοση)σύμφωνα με την παράδοση, κατά την παράδοση, σύμφωνα με τον θρύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  η παράδοση λέει ότι, ο θρύλος λέει ότι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 According to legend, there is buried treasure on Cocos Island.
according to regulations exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (following official rules)σύμφωνα με τους κανονισμούς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 According to regulations, you cannot take lighter fluid on to an airplane.
according to reports exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (as has been reported)σύμφωνα με τις αναφορές επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to reports, there has been a coup in Niger. Further details are not yet available.
according to the agreement exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (by the terms of the agreement)σύμφωνα με την συμφωνία επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to the agreement, the buyer will purchase all the product that the seller can produce.
according to the contract exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (by the terms of the contract)σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to the contract you may take three days of bereavement leave for your uncle's funeral, but only one for your nephew's.
according to the letter advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (according to law)σύμφωνα με τους κανονισμούς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 These laws are no longer obeyed according to the letter.
according to the letter advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (word for word)αυτολεξεί, επί λέξει, λέξη προς λέξη επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Calvin interprets the biblical text according to the letter.
according to the rules exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (by the rules)σύμφωνα με τους κανονισμούς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 According to the rules, he had to be taken off the field.
play [sth] according to the rules v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (respect the regulations: of game, sport)παίζω σύμφωνα με τους κανόνες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τηρώ τους κανονισμούς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Play the game according to the rules outlined below.
play according to the rules,
play by the rules
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(sport, game: respect the regulations)παίζω σύμφωνα με τους κανόνες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τηρώ τους κανονισμούς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 At the beginning of the game, the referee reminded the players to play by the rules.
play according to the rules,
play by the rules
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (behave fairly)παίζω σύμφωνα με τους κανόνες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It's best to play according to the rules if you want to get on at work.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'according to' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση according to στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'according to'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης