accompany

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkʌmpəni/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈkʌmpəni/ ,USA pronunciation: respelling(ə kumpə nē)


Inflections of 'accompany' (v): (⇒ conjugate)
accompanies
v 3rd person singular
accompanying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
accompanied
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
accompanied
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accompany [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (go somewhere with)συνοδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will you accompany me to the store?
 Θα με συνοδέψεις στο κατάστημα;
accompany [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (go with food)συνοδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κυρίως πιάτο: από κτ)συνοδεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I ordered a side of sweet potatoes to accompany my steak.
 Παρήγγειλα μια μερίδα γλυκοπατάτες για να συνοδέψω τη μπριζόλα μου.
accompany [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (musician: play along with)συνοδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A pianist accompanied the jazz singer.
 Ένας πιανίστας συνόδευε τον τραγουδιστή της τζαζ.
accompany [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (happen at same time)συνοδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εγώ ο ίδιος)συνοδεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Rumbling thunder accompanied the sudden downpour.
 Βροντερά μπουμπουνητά συνόδευαν την ξαφνική νεροποντή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accompany' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accompany στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accompany'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης