accommodation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˌkɒməˈdeɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˌkɑməˈdeɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ə kom′ə dāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accommodation,
also US: accommodations
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(hotel room) (ξενοδοχείου)δωμάτιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο επίσημο, γενικά)κατάλυμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What's the accommodation like at the resort?
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μας.
accommodation,
also US: accommodations
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(lodging)κατάλυμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  χώρος διαμονής φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (καθομιλουμένη)μέρος για να μείνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με την ευρύτερη έννοια)διαμονή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 What kind of accommodation is available in the mountains?
 Τι καταλύματα υπάρχουν στο βουνό;
accommodation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reconciliation)συμβιβασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The two parties were not able to arrive at any accommodation.
 Τα δύο μέρη δεν μπορούσαν να φτάσουν σε κανενός είδους συμβιβασμό.
accommodation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (special arrangements)προσαρμογή, τροποποίηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The chef reluctantly made an accommodation for the vegetarian diner.
 Ο σεφ έκανε απρόθυμα μια τροποποίηση (or: προσαρμογή) στο μενού για τον χορτοφάγο πελάτη του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accommodation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: loan)διευκόλυνση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
student accommodation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (housing for those at university)φοιτητική στέγη επίθ + ουσ θηλ
  φοιτητικά καταλύματα επίθ + ουσ ουδ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accommodation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: accommodation [needs, requirements, arrangements], doesn't [meet, fulfill] our accommodation [needs], [poor, excellent] accommodation [ratings, reviews], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accommodation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accommodation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης