acclaim

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkleɪm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈkleɪm/ ,USA pronunciation: respelling(ə klām)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acclaim nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (praise)αναγνώριση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The author has received acclaim for his debut novel.
acclaim [sb/sth] as [sth] vtr + prep often passive (praise, applaud)αναγνωρίζω κπ/κτ ως κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Critics acclaimed her as the greatest actress of the 20th century.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
public acclaim nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (praise and popularity)αναγνώριση του κοινού, επιδοκιμασία του κοινού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The museum opened in October last year to much public acclaim.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acclaim' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acclaim στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acclaim'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης