access

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæksɛs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæksɛs/ ,USA pronunciation: respelling(akses)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (permission to enter)πρόσβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Do you have access to the computer room?
 Έχεις πρόσβαση στο δωμάτιο με τους υπολογιστές;
access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entrance)είσοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The rear access to the bar was locked.
 Η είσοδος από το πίσω μέρος του μπαρ ήταν κλειδωμένη.
access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to be approached)πρόσβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Access to the President was controlled by his chief-of-staff.
 Ο υπεύθυνος του πολιτικού γραφείου έλεγχε ποια άτομα είχαν πρόσβαση στον Πρόεδρο.
access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computers: permission)πρόσβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπορώ να μπω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μπορώ να ανοίξω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Let me know if you don't have access to that file, and I'll reset the permissions.
 Ενημέρωσέ με εάν δεν έχεις πρόσβαση στο αρχείο για να αλλάξω τα δικαιώματά του.
access [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (gain access to: information) (τώρα)αποκτώ πρόσβαση σε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά)έχω πρόσβαση σε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ: αρχείο, φάκελος)ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μπαίνω, εισέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Can you access that file or is it blocked?
 Έχεις πρόσβαση σε εκείνο το αρχείο ή είναι μπλοκαρισμένο;
 Μπορείς να ανοίξεις εκείνο το αρχείο ή είναι μπλοκαρισμένο;
 Μπορείς να μπεις (or: εισέλθεις) σε εκείνο το αρχείο ή είναι μπλοκαρισμένο;
access [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reach, get into: a place)μπαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (τώρα)αποκτώ πρόσβαση σε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά)έχω πρόσβαση σε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In order to access the computer room, students have to use a special swipe card.
 Οι μαθητές πρέπει να χρησιμοποιήσουν μια ειδική κάρτα για να μπουν στην αίθουσα των υπολογιστών.
 Οι μαθητές πρέπει να χρησιμοποιήσουν μια ειδική κάρτα για να αποκτήσουν πρόσβαση στην αίθουσα των υπολογιστών.
 Οι μαθητές πρέπει να χρησιμοποιούν μια ειδική κάρτα για να έχουν πρόσβαση στην αίθουσα των υπολογιστών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
access management nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: login system) (πληροφορική)έλεγχος πρόσβασης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
access road nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (slip road on a motorway)παράδρομος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The access road to the highway is actually a very long on-ramp.
access road nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (special, express route)δρόμος προσπέλασης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  οδός προσπέλασης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A vehicle has broken down on the access road, causing long traffic delays.
deny [sb] access vtr + n (not allow to enter)αρνούμαι σε κπ την πρόσβαση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I was denied access to the President's suite because I looked suspicious.
deny [sb] access vtr + n (not allow to see, obtain)αρνούμαι σε κπ την πρόσβαση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I was denied access to my bank records because I had forgotten my password.
direct access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to [sb]: without intermediary) (σε κάποιον: χωρίς μεσάζοντα)άμεση πρόσβαση επίθ + ουσ θηλ
 She has direct access to the prime minister.
 Έχει άμεση πρόσβαση στον πρωθυπουργό.
direct access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to [sth]: without intervening places) (σε κάτι)άμεση πρόσβαση επίθ + ουσ θηλ
 A gate at the end of the garden gives direct access to the beach.
disabled access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entry for wheelchair users)πρόσβαση ατόμων με αναπηρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρόσβαση για άτομα με αναπηρία, πρόσβαση σε άτομα με αναπηρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My church has finally installed both an elevator and a ramp to provide disabled access.
gain access to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get permission to go to a place)αποκτώ πρόσβαση σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
gain access to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be allowed to access information, etc.)αποκτώ πρόσβαση σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
means of access nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (way in or out)μέσα/τρόποι/δίοδοι πρόσβασης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The only means of access to the farm is the dirt track.
random access memory nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: storage space) (Η/Υ)μνήμη ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My first computer only had 16 kilobytes, but nowadays personal computers have 1 gigabyte or more of random access memory.
road access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entry to a traffic route)είσοδος οδικής αρτηρίας, είσοδος οδικού δικτύου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Road access to the airport is closed due to flooding.
wheelchair access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (facilities permitting entry by wheelchairs)πρόσβαση για αναπηρικά αμαξίδια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρόσβαση για ΑΜΕΑ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
wireless access nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: connection without cables) (Η/Υ)ασύρματη σύνδεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Does the hotel have wireless access?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'access' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: access the [internet, forum, system, web], [suitable, essential] access (to), access the [information, material, document, database], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση access στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'access'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης