acceptation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌæksɛpˈteɪʃən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ak′sep tāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acceptation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meaning of a word) (λέξης)έννοια, σημασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  νόημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The lawyer seemed to disregard the normal acceptation of "remove."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acceptation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acceptation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης