accept

Listen:
 [ækˈsɛpt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accept [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (answer affirmatively) (απαντώ θετικά)δέχομαι, αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He accepted the invitation to the party.
 Δέχτηκε (or: Αποδέχτηκε) την πρόσκληση για το πάρτι.
accept [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (as payment) (ως πληρωμή)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We accept cash and credit cards as payment for merchandise.
 Δεχόμαστε μετρητά και πιστωτικές κάρτες σαν πληρωμή για το εμπόρευμα.
accept [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (consent to)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The losing army accepted the terms of surrender.
 Ο ηττημένος στρατός δέχθηκε τους όρους παράδοσης.
accept [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (believe)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I can't accept your excuse; it doesn't make sense.
 Δεν μπορώ να δεχτώ τη δικαιολογία σου. Δεν είναι λογική.
accept [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive) (κάτι)παραλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She accepted the shipment from the deliveryman.
 Παρέλαβε το φορτίο από τον διανομέα.
accept [sth],
accept that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(tolerate, agree with) (κάτι, ότι)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She cannot accept that he is married to someone else now.
 Δεν μπορεί να δεχτεί το γεγονός ότι είναι παντρεμένος με κάποια άλλη πλέον.
accept [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: approve of) (κάποιον)αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Her father never really accepted her boyfriend.
 Ο πατέρας της δεν αποδέχθηκε ποτέ τον φίλο της.
accept viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (accept a gift, offering) (κάτι)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When offered a meal by your host, it is polite to accept.
 Όταν ο οικοδεσπότης σου σού προσφέρει ένα γεύμα, είναι ευγενικό να το δεχθείς.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accept [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accommodate: an insert) (ανταλακτικό, εξάρτημα)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This lamp only accepts specialized light bulbs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
accept the responsibility v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be willing to take on duties)αναλαμβάνω την ευθύνη ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She accepted the responsibility of planning the office Christmas party.
refuse to accept [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fact: deny)αρνούμαι να αποδεχτώ, αρνούμαι να δεχτώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Brian refused to accept the fact that he had made a mistake.
refuse to accept that v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (with clause: deny)αρνούμαι να αποδεχτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He refused to accept that his illness was incurable.
 Αρνήθηκε να αποδεχτεί ότι η ασθένειά του ήταν ανίατη.
refuse to accept [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." ([sth] offered: not take)αρνούμαι να αποδεχτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She refused to accept flowers from men she did not know.
 Αρνήθηκε να αποδεχτεί λουλούδια από άντρες που δε γνώριζε.
refuse to accept [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (person: exclude)αρνούμαι να απόδεχτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Those snotty girls refuse to accept anybody whose parents aren't rich.
 Αυτές οι στρίγγλες αρνιόνταν να αποδεχτούν όποιον δεν είχε πλούσιους γονείς.
unwilling to accept preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (intolerant of)απρόθυμος να δεχθεί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
unwilling to accept preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in denial of)απρόθυμος να δεχθεί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She was unwilling to accept that her daughter wasn't coming back.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accept' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: accept the [terms, contract, outcome, facts], accept the [position, invitation, award, offer], I cannot accept your [invitation, description], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accept στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accept'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης