Σε αυτή τη σελίδα: accented, accent

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (character: with a diacritical mark)χαρακτηριστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 How do you type accented letters on this keyboard?
accented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (speech: having a regional accent) (ομιλία)χαρακτηριστικός, με χαρακτηριστική προφορά επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: με χαρακτηριστική προφορά: επιθετικός προσδιορισμός
 My French teacher's accented English is rather charming.
accented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (stressed, emphasised) (μεταφορικά)υπογραμμισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  στον οποίο έχει δοθεί έμφαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: στο οποίο έχει δοθεί έμφαση: επιθετικός προσδιορισμός
 In the word "content," which is the accented syllable?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (voice: foreign, regional) (ξενική)προφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ, ανεπίσημο)αξάν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Although she has lived in the U.S. for over 20 years, Pilar still speaks with an accent.
 Αν και ζει στις ΗΠΑ για πάνω από 20 χρόνια, η Πιλάρ μιλά ακόμη με προφορά.
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (written: diacritical mark)τόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Accents are sometimes used over some vowels in French.
 Οι τόνοι χρησιμοποιούνται μερικές φορές με κάποια φωνήεντα στα γαλλικά.
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spoken: emphasis on a syllable)τόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 French female names often have an accent on the second syllable.
 Τα γαλλικά γυναικεία ονόματα συχνά έχουν τόνο στη δεύτερη συλλαβή.
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emphasis)έμφαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The accent of this workshop is on organic gardening methods.
 Σε αυτό το εργαστήριο δίνεται έμφαση στις μεθόδους βιολογικής καλλιέργειας.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add to letter)τονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βάζω τόνο σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Make sure you accent the "e" when you write the word "risqué."
 Σιγουρέψου πως έχεις βάλει τόνο στο «e» όταν γράφεις τη λέξη «risqué».
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distinctive quality) (μεταφορικά)νότα, πινελιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The skirt was black with red ribbon accents.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add flair)τονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι ήδη ωραίο)αναδεικνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The woodwork in this room accents the unique architecture.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accentuate, emphasize)τονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω έμφαση σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It is important to accent this point.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (syllable: emphasize)τονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You should accent the first syllable in the word "lightning."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accented' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accented στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accented'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης