accelerator

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ækˈsɛləreɪtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ækˈsɛləˌreɪtɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ak selə rā′tər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accelerator,
accelerator pedal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(vehicle's speed-control pedal)γκάζι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο, επιστημονικό)επιταχυντής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The driver put his foot down hard on the accelerator.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
particle accelerator nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physics: device to increase kinetic energy of charged particles)επιταχυντής σωματιδίων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Some bloggers claimed that CERN's new particle accelerator, the Large Hadron Collider, would cause the end of the world.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accelerator' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accelerator στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accelerator'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης