acceleration

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ækˌsɛləˈreɪʃən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ækˌsɛləˈreɪʃən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ak sel′ə rāshən)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acceleration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (vehicle: increasing speed)επιτάχυνση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
acceleration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physics: velocity-time ratio)επιτάχυνση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
acceleration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (speeding of a process, etc.)επιτάχυνση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The country has experienced a remarkable acceleration in economic growth over the past twelve months.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acceleration' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acceleration στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acceleration'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης