accede

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ækˈsiːd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ækˈsid/ ,USA pronunciation: respelling(ak sēd)


Inflections of 'accede' (v): (⇒ conjugate)
accedes
v 3rd person singular
acceding
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
acceded
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
acceded
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accede viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." formal (agree, consent)δέχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)συναινώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (υπό πίεση)ενδίδω, υποκύπτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Protestors demanded that the prisoners be released, but the government did not accede.
accede to [sth] vi + prep formal (agree to [sth](επίσημο: απόφαση, σύμβαση κλπ)προσχωρώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (αίτημα)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We refuse to accede to the terrorists' demands.
accede viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." formal (join a treaty, organization)προσχωρώ, εντάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The European Union continued to grow when Croatia acceded in 2013.
accede to [sth] vi + prep formal (join a treaty, organization)προσχωρώ σε κτ, εντάσσομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The Czech Republic acceded to the EU in May 2004.
accede to [sth] vi + prep formal (take on power, office)ανέρχομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)ανεβαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accede στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accede'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης