abstract

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations adjective: /ˈæbstrækt/, verb: /æbˈstrækt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/adj. æbˈstrækt, ˈæbstrækt; n. ˈæbstrækt; v. æbˈstrækt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(adj. ab strakt, abstrakt; n. abstrakt; v. ab strakt for 1114, abstrakt for 15)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abstract adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not concrete)αφηρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ασαφής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I'm very practical and I didn't like their abstract approach.
 Είμαι πολύ πρακτικός και δεν μου άρεσε η αφηρημένη τους προσέγγιση.
abstract adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not practical)αφηρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  θεωρητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Thinking about the problem in an abstract way will not solve it; we need to discuss practical solutions.
 Οι θεωρητικές σκέψεις δεν θα λύσουν το πρόβλημα. Πρέπει να συζητήσουμε πρακτικές λύσεις.
abstract adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (art: non-representational) (τέχνη)αφηρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The office is decorated with abstract paintings.
 Το γραφείο είναι διακοσμημένο με αφηρημένους πίνακες.
abstract nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (summary of text)περίληψη, σύνοψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The abstract looked interesting so I downloaded the paper.
 Η περίληψη φαινόταν ενδιαφέρουσα, επομένως κατέβασα το άρθρο.
abstract [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (condense, summarize in writing)συνοψίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναφέρω εν συντομία, αναφέρω περιληπτικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The handout will abstract the main points of the speech.
 Το ενημερωτικό έντυπο συνοψίζει τα βασικά σημεία της ομιλίας.
abstract [sth] from [sth] vtr + prep (consider out of practical context)διαχωρίζω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
  (λόγιος)αποσπώ κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 It is difficult to abstract Baroque music from its religious context.
 Είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τη μουσική Μπαρόκ από το θρησκευτικό της πλαίσιο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abstract adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not real)αφηρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  άυλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μη αληθινός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
abstract adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (undefined)αφηρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ακαθόριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
abstract nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (non-representational artwork)έργο αφηρημένης τέχνης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  αφηρημένο έργο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Lately abstracts have not been popular at auctions.
abstract [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (extract, remove [sth])αντλώ, εξάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφαιρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Farmers have rights to abstract well water.
abstract [sth] from [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (obtain [sth] from a source) (μτφ: κάτι από κάτι)αντλώ, εξάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The data is abstracted from online news stories.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
abstract art nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (non-representational art)αφηρημένη τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 When looking at abstract art, remember that it is usually not a portrayal of a tangible object.
 Όταν βλέπεις αφηρημένη τέχνη, θυμήσου ότι συνήθως δεν πρόκειται για την απεικόνιση ενός απτού αντικειμένου.
abstract expressionism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (20th-century art movement)αφηρημένος εξπρεσιονισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
abstract idea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intellectual concept)αφηρημένη ιδέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Beauty, truth, and honesty are all abstract ideas that you can illustrate with specific instances.
abstract noun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (name for [sth] intangible) (γλωσσολογία: κυριολεκτικά)αφηρημένο ουσιαστικό επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abstract' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: check the abstract to [see, find], [read, skim] the abstract before, See the abstract for [more, further] information., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abstract στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abstract'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης