absolutely

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌæbsəˈluːtli/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌæbsəˈlutli/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ab′sə lo̅o̅tlē, absə lo̅o̅t′-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
absolutely advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (entirely)απόλυτα, απολύτως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  εντελώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 After rolling in the mud, the dog was absolutely filthy.
 Αφού κυλίστηκε στη λάσπη, ο σκύλος ήταν εντελώς βρώμικος.
absolutely interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (emphatic: yes)εννοείται! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  οπωσδήποτε! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  φυσικά! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 When I asked Tim if he wanted to ride the roller coaster, he answered, "Absolutely!"
 Όταν ρώτησα τον Τιμ αν ήθελε να ανέβει στο τρενάκι στο λούνα παρκ, μου απάντησε, "Εννοείται!"
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
absolutely impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not possible under any circumstances)εντελώς απίθανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It is absolutely impossible to win at most carnival games. I would find it absolutely impossible to leap over a wall with a single bound.
absolutely not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not in any way, not at all)με τίποτα εκφρ
  (αργκό)με την καμία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I will absolutely not have anything to do with him.
 Εγώ δεν θα έχω σχέσεις μαζί του με τίποτα.
absolutely not interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (not under any circumstances)αποκλείεται, με τίποτα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (αργκό)με την καμία εκφρ
 You're not going to the party. Absolutely not!
 Δεν θα πας στο πάρτι. Αποκλείεται!
absolutely right adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." emphatic (completely correct)σωστός, απολύτως σωστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You told me I would love this movie, and you were absolutely right.
absolutely terrific adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." emphatic (excellent, wonderful)καταπληκτικός, τέλειος, φανταστικός, φοβερός, τρομερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This smoked salmon is absolutely terrific with ginger sauce. The food was absolutely terrific.
 Αυτός ο καπνιστός σολομός είναι φοβερός με σάλτσα τζίντζερ. Το φαγητό ήταν φανταστικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'absolutely' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: yes, absolutely!, absolutely not!, is absolutely free (of), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση absolutely στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'absolutely'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης