WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abridgment,
UK: abridgement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (act of condensing a written work) (επίσημο: για γραπτό έργο)σύντμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
abridgment,
UK: abridgement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(condensed version of a written work)περιληπτική εκδοχή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (αρχαϊκός τύπος)συντετμημένη εκδοχή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
abridgment (US),
abridgement (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(lessening, limitation)περιορισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The working group is trying to come up with an abridgement of the process.
abridgment (US),
abridgement (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: shortening)περικοπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abridgment στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abridgment'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης