abrasion

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈbreɪʒən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈbreɪʒən/ ,USA pronunciation: respelling(ə brāzhən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abrasion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (friction)τριβή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The motorcyclist wore thick trousers to protect his thighs against abrasion.
abrasion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scrape) (ιατρική: επίσημο)εκδορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γδάρσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (διαδικασία)τρίψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)απόξεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mark suffered cuts and abrasions to his face in the accident.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abrasion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abrasion στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abrasion'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης