abomination

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˌbɒmɪˈneɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˌbɑməˈneɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ə bom′ə nāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abomination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] abhorrent)βδέλυγμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  έμεσμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)ξερατό, σίχαμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abomination στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abomination'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης