abolition

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌæbəˈlɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌæbəˈlɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ab′ə lishən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abolition,
abolishment
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ending, repeal: of law)κατάργηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: "abolishment" is less common
 An 1833 act brought about the abolition of slavery in the United Kingdom and its colonies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abolition στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abolition'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης