aboard

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈbɔːrd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈbɔrd/ ,USA pronunciation: respelling(ə bôrd, ə bōrd)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aboard advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on a ship or vehicle) (σε όχημα, στο όχημα)πάνω, επάνω, απάνω επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The last warning bell sounded and we hurried aboard.
aboard preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (on: a ship or vehicle)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  πάνω σε επίρ + πρόθ
  μέσα σε επίρ + πρόθ
 How many passengers were aboard the Titanic?
aboard preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." figurative (part of: a team or project) (ως μέλος ομάδας)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We're happy to have an expert of your stature aboard our team.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
all aboard interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (train, boat: call to board)επιβιβαστείτε αμέσως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άμεση επιβίβαση επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 "All aboard!" the captain called out, and then the ship set sail.
 «Επιβιβαστείτε αμέσως!», φώναξε ο καπετάνιος, και μετά αναχώρησε το πλοίο.
go aboard vi + adv (enter a ship or vehicle)μπαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ανεβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)επιβιβάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The last few passengers went aboard and the bus departed.
go aboard [sth] vi + prep (enter: a ship, vehicle)μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  ανεβαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (επίσημο)επιβιβάζομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The passengers were waiting to go aboard the ship.
jump aboard,
jump on board
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (join [sth])συμμετέχω σε κτ ρ αμ + προθ
  (μεταφορικά)μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aboard' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aboard στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aboard'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης