able-bodied

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌeɪbəlˈbɒdid/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respellingbəl bodēd)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
able-bodied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not physically disabled)αρτιμελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 We need all able-bodied men in the village to help fill sand bags before the river crests.
the able-bodied nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (not physically disabled)οι αρτιμελείς φρ ως ουσ αρσ πλ
 People with disabilities enjoy sports as much as the able-bodied do.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση able-bodied στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'able-bodied'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης