able

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈeɪbəl/ ,USA pronunciation: respellingbəl)


Inflections of 'able' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
abler
adj comparative
ablest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
able to do [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (capable of doing) (να κάνω κάτι)μπορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ικανότητα, όχι δυνατότητα)ικανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The only people able to afford to buy a house in this area are millionaires.
 Οι μόνοι που μπορούν να αγοράσουν σπίτι σε αυτή την περιοχή είναι οι εκατομμυριούχοι.
be able to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (can, have the ability to do)μπορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ενίοτε αρνητική σημασία)είμαι ικανός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (επίσημο)δύναμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Claire wasn't able to reach the jar on the top shelf.
able adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (can, capable)μπορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω τη δυνατότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please help if you're able.
 Παρακαλείσθε να βοηθήσετε εάν μπορείτε.
 Παρακαλείσθε να βοηθήσετε εάν έχετε τη δυνατότητα..
able adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (competent)ικανός, άξιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά: σε κάτι)δυνατός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The new employee is an able young woman.
 Η καινούρια υπάλληλος είναι μια ικανή (or: άξια) νέα.
able adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (talented)ικανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)δυνατός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Lenny is the most able copywriter we have.
 Ο Λέννυ είναι ο πιο ικανός κειμενογράφος μας.
 Ο Λέννυ είναι ο πιο καλός κειμενογράφος μας.
 Ο Λέννυ είναι ο πιο δυνατός κειμενογράφος μας.
able,
ible
suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less.
(adj: capable of, fit for) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δείχνει ότι κάποιος μπορεί να κάνει κάτι ή ότι κάτι μπορεί να γίνει. Υπάρχουν διάφορες καταλήξεις, π.χ. -ιμος, αλλά για κάθε περίπτωση η μετάφραση μπορεί να διαφέρει.
 For example: teachable, irresistible
 Για παράδειγμα: διδάξιμος, ακαταμάχητος
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
able seaman,
plural: able seamen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, historical (navy: experienced sailor)θαλασσόλυκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Thomas Jones was an able seaman on the Titanic.
able seaman,
plural: able seamen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(worker on ship's deck)ναύτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The able seamen perform maintenance tasks and handle the ship's operations.
able to adapt to [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (flexible)ευπροσάρμοστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We are looking for an employee who is able to adapt to a variety of situations.
 Ψάχνουμε για έναν υπάλληλο ευπροσάρμοστο σε διάφορες καταστάσεις.
able-bodied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not physically disabled)αρτιμελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 We need all able-bodied men in the village to help fill sand bags before the river crests.
the able-bodied nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (not physically disabled)οι αρτιμελείς φρ ως ουσ αρσ πλ
 People with disabilities enjoy sports as much as the able-bodied do.
best able to do [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (most capable of)καταλληλότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The promotion should go to the one best able to handle the responsibility.
get-at-able adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (accessible)που μπορώ εύκολα να τον πιάσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σε σημείο με εύκολη πρόσβαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Make sure that the fire extinguisher is get-at-able if it is needed.
getatable,
get-at-able
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (place: easy to reach) (τοποθεσία)προσβάσιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ευπρόσιτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
getatable,
get-at-able
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (thing: easy to access) (πράγμα)προσβάσιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Make sure that the fire extinguisher is get-at-able if it is needed.
getatable,
get-at-able
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (person: easy to reach) (άνθρωπος)προσιτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
getatable,
get-at-able
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (vulnerable to attack)ευάλωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Computer hackers have proved that the system is get-at-able.
not be able viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be unable, be incapable)δεν μπορώ, είμαι ανίκανος/ανήμπορος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you have another beer you will not be able to drive home.
ready,
willing and able
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (capable of taking on a task)καθ' όλα έτοιμος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (κατά λέξη)έτοιμος, πρόθυμος και ικανός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'able' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: able to [walk, attend, eat, talk, understand, work], [she, the baby, the patient] is able to [walk], will not be able to [walk] (again), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση able στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'able'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης