ablative

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæblətɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæblətɪv/ ,USA pronunciation: respelling(ablə tiv, a blātiv)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ablative nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar: ablative case) (γραμματική: πτώση)αφαιρετική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
ablative adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (grammar: case) (γραμματική: πτώση)της αφαιρετικής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ablative' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ablative στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ablative'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης