abide

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈbaɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈbaɪd/ ,USA pronunciation: respelling(ə bīd)


Inflections of 'abide' (v): (⇒ conjugate)
abides
v 3rd person singular
abiding
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
abided
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
abode
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
abided
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
abode
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
not abide [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (not tolerate)δεν ανέχομαι, δεν υπομένω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο: κάτι)δεν είναι ανεκτό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I can't abide his smoking in the house. "I won't abide insolence or bad behaviour," said the schoolteacher.
 Δεν μπορώ να ανεχτώ (or: υπομείνω) το ότι καπνίζει μέσα στο σπίτι. «Δεν θα ανεχτώ (or: υπομείνω) την αυθάδεια ή την κακή συμπεριφορά», είπε η δασκάλα.
 "Η αυθάδεια ή η κακή συμπεριφορά δεν είναι ανεκτή", είπε η δασκάλα.
abide viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." literary, archaic (continue)συνεχίζω να υπάρχω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ: ανάμνηση, συναίσθημα)παραμένω ζωντανός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
abide viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." literary, archaic (live)κατοικώ, διαμένω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The old man abides in a cabin in the woods.
 Ο γέρος κατοικεί (or: διαμένει) σε μια καλύβα στο δάσος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
abide by [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (obey)τηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συμμορφώνομαι προς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Cathy decided to abide by the rules.
 Η Κάθι αποφάσισε να τηρήσει τους κανόνες.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ως ευσυνείδητοι πολίτες πρέπει να συμμορφωνόμαστε προς τους νόμους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abide' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: abide by the [rules, law], abide with [me, us], [cannot, can't] abide [seeing, hearing, to see, to hear], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abide στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abide'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης