abhor

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/æbˈhɔːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/æbˈhɔr/ ,USA pronunciation: respelling(ab hôr)


Inflections of 'abhor' (v): (⇒ conjugate)
abhors
v 3rd person singular
abhorring
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
abhorred
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
abhorred
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abhor [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (detest)απεχθάνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιος)αποστρέφομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I abhor the perpetrators of this evil act.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abhor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abhor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abhor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης