abduct

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/æbˈdʌkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/æbˈdʌkt/ ,USA pronunciation: respelling(ab dukt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abduct [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (kidnap)απάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Armed men abducted the heiress on Thursday evening.
 Ένοπλοι άνδρες απήγαγαν την κληρονόμο την Πέμπτη το βράδυ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abduct' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abduct στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abduct'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης