abdominal

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/æbˈdɒmɪnəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/æbˈdɑmənəl/ ,USA pronunciation: respelling(ab domə nl)

Σε αυτή τη σελίδα: abdominal, ab
Ο όρος 'abdominal' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'ab'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'abdominal' is an alternate term for 'ab'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abdominal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of, in the abdomen)κοιλιακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The patient is complaining of severe abdominal pain.
abdominals nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (stomach muscles)κοιλιακοί μύες επίθ + ουσ αρσ
  κοιλιακοί επίθ ως ουσ αρσ
 This exercise will work your abdominals.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal, abbreviation (abdominal muscles) (μύες)κοιλιακοί επίθ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abdominal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abdominal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abdominal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης