abbreviation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˌbriːviˈeɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˌbriviˈeɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ə brē′vē āshən)

Σε αυτή τη σελίδα: abbreviation, abbr
Ο όρος 'abbreviation' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'abbr'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'abbreviation' is an alternate term for 'abbr'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abbreviation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (word: shortened form)σύντμηση, συντόμευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σύντομη εκδοχή επίθ + ουσ θηλ
 The abbreviation of "minute" is "min."
abbreviation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (act of shortening)περικοπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σύντμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This dictionary gives rules for the abbreviation of official titles.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abbr,
abbr.,
abbrev.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, abbreviation (abbreviation) (συντομογραφία)σντμ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abbreviation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: What is the abbreviation for [mister, etcetera]?, [Mr.] is the abbreviation for [mister], The abbreviation uses a [capital "M," period]., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abbreviation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abbreviation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης