abbot

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæbət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæbət/ ,USA pronunciation: respelling(abət)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abbot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (head of monastery)ηγούμενος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The abbot led the monks in prayer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abbot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abbot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης