abandonment

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈbændənmənt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abandonment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of [sb]: desertion) (κάποιου)εγκατάλειψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She filed for divorce on the grounds of abandonment.
 Υπέβαλε αίτηση διαζυγίου εξαιτίας εγκατάλειψης.
abandonment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of sthg: giving up, surrender)εγκατάλειψη, παράδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (από κάτι)παραίτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Abandonment of your earlier demands might help the talks to proceed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'abandonment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abandonment στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abandonment'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης