a

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'A', 'a': strong: /eɪ/, weak: /ə/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA'A', 'a': /eɪ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'A', 'a': (ā; ə; when stressed ā; ä, ô; ə, a, ä)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a lot of fun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] very entertaining) (διασκέδαση: πέρασα)πολύ ωραία, πολύ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπέροχα, καταπληκτικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  τέλεια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Thank you for inviting me to your party. I had a lot of fun.
a lucky find nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (a fortunate discovery)τυχερή ανακάλυψη επίθ + ουσ θηλ
  τυχαίο εύρημα επίθ + ουσ ουδ
  κτ που βρήκα στην τύχη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
a man for all seasons nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (capable man)πολυτάλαντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
a man's man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (virile male) (μτφ, καθομιλουμένη)το απόλυτο αρσενικό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  άντρας με τα όλα του εκφρ
  (αργκό)πολύ άντρας, και πολύ άντρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, χυδαίο)άντρας μ' αρχίδια εκφρ
 James Bond is a man's man, and that's why he gets all the ladies.
a matter of opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subjective, debatable)υποκειμενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Fashion is a matter of opinion.
a matter of time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] which will happen eventually)θέμα χρόνου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They've been dating for 5 years, so it's only a matter of time before he proposes.
a mighty long time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (very considerable period)πολύς καιρός, πολύς χρόνος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)μια ζωή, μια ζωή ολόκληρη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 34 years? That's a mighty long time to spend in one job.
a mile long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (one mile in length)ένα μίλι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει μήκος ένα μίλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The road is about a mile long.
 Ο δρόμος είναι περίπου ένα μίλι.
 Ο δρόμος έχει μήκος περίπου ένα μίλι.
a mile long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, figurative, informal (extensive) (μεταφορικά)ένα χιλιόμετρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει μήκος ένα χιλιόμετρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Her grocery list was a mile long!
 Η λίστα με τα ψώνια της είχε μήκος ένα χιλιόμετρο!
a millstone around your neck (US),
a millstone round your neck (UK)
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative (burden: mental or emotional) (μεταφορικά)μια θηλιά γύρω από τον λαιμό μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
a mite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (slightly)ελαφρώς, λίγο, κάπως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Aren't you a mite too old to be watching cartoons?
a monument to [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (example, evidence)δείγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά: με γενική)μνημείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His last film was a monument to stupidity and bad taste.
a nice little earner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang ([sth] which generates income)πηγή εισοδήματος, πηγή κέρδους φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 I'm setting up a website to sell my photos; it should be a nice little earner.
a night out on the town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evening at bar, party) (μεταφορικά)έξοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  νυχτερινή έξοδος επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται το ρήμα «βγαίνω», πχ «Όταν πήρα την προαγωγή, βγήκαμε με τους φίλους μου να το γιορτάσουμε.»
 After I got my promotion, my friends and I went for a night out on the town to celebrate.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Γιατί ντύθηκες τόσο καλά; Ετοιμάζεσαι για έξοδο με το αγόρι σου;
a nose for [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (instinctive ability to detect [sth](μεταφορικά)μύτη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He has a great nose for good books.
 Έχει μύτη όταν πρόκειται για βιβλία.
 Κόβει το μάτι του όταν πρόκειται για βιβλία.
a number of nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (some, several) (μόνο πληθυντικός)αρκετοί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He has broken the rules a number of times.
 Παραβίασε τους κανόνες αρκετές φορές.
a piece nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, regional (a distance, a way)λίγο πιο πέρα, λίγο μετά, λίγο πιο κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The farm is down the road a piece.
a piece of cake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal ([sth] easy to do) (μτφ: πολύ εύκολο)παιχνιδάκι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  πανεύκολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The new software installation was a piece of cake, no problems!
a piece of the action nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (involvement, participation)συμμετοχή, ανάμιξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 If I'm to help you, I want a piece of the action.
a piece of work,
a real piece of work
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, figurative, informal (unusual character, individual) (μεταφορικά)περίπτωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό, εμφατικός τύπος, μεταφορικά)περιπτωσάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
a pop advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (each, apiece)το κομμάτι, το καθένα εκφρ
  (επίσημο)το τεμάχιο, ανά τεμάχιο, ανά κομμάτι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (όχι υγρά)το πακέτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (υγρά)το μπουκάλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can't afford to keep buying that wine at twenty bucks a pop!
a posteriori advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (law, logic: from experience)γνώση που προέρχεται από εμπειρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
a pretty kettle of fish,
a fine kettle of fish,
a kettle of fish
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, informal (difficult situation)δύσκολη κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
a priori adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hypothetical, deductive)εκ των προτέρων, από πριν, συμπερασματικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
a priori advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (by deduction)εκ των προτέρων, από πριν, συμπερασματικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
a priori adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (accepted without question)εκ των προτέρων, από πριν, συμπερασματικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
a quarter past exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (time: fifteen minutes after) (ώρα)και τέταρτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ένα τέταρτο μετά τις, δεκαπέντε λεπτά μετά τις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He arrived at a quarter past nine.
a quarter till,
a quarter 'til (US),
a quarter to (UK)
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(fifteen minutes before)παρά τέταρτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'll meet you at a quarter till one... in the afternoon, of course.
a quarter to exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (time: fifteen minutes before)παρά τέταρτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's almost a quarter to five; we're running late.
 Είναι σχεδόν πέντε παρά τέταρτο, έχουμε αργήσει
A road,
A-road
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(main traffic route)Εθνική Οδός φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)εθνική επίθ ως ουδ
 A motorist was caught doing almost double the 70-mph limit on an A road in Worcestershire.
 Ένας οδηγός εντοπίστηκε να οδηγεί με ταχύτητα σχεδόν διπλάσια από το όριο των 70 μιλίων/ώρα σε Εθνική Οδό του Γουστερσάιρ.
a shell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (weakened person) (μεταφορικά)σκιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He is just a shell of his former self.
a small percentage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relatively small quantity of [sth])ένα μικρό ποσοστό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
a small percentage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relatively few)ένα μικρό ποσοστό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Competition for positions at the school is fierce; the university accepts only a small percentage of applicants each year.
a smidgen,
a smidgin,
a smidgeon
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tiny amount) (καθομιλουμένη)τόσο δα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μια σταλιά, μια σταλίτσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you're asking about the cake, I want just a smidgen.
a smidgen,
a smidgin of [sth],
a smidgeon of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tiny amount of [sth](καθομιλουμένη)τόσο δα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μια σταλιά, μια σταλίτσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ένα τσικ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She added a smidgen of cinnamon to the pie.
a smidgen,
a smidgin of [sth],
a smidgeon of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (tiny amount) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ένα ψήγμα άρθ ορ + ουσ ουδ
 It's a cliché, but there's a smidgen of truth in it.
a smidgen,
a smidgin,
a smidgeon
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(a little, slightly) (καθομιλουμένη)ένα τσικ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  λιγουλάκι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Could you move your chair to the left a smidgen?
a sobering thought nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reminder of harsh reality)τραγική αλήθεια επίθ + ουσ θηλ
  το τραγικό της υπόθεσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 It's a sobering thought that thousands of graduates will never find a job.
 Η τραγική αλήθεια είναι ότι χιλιάδες απόφοιτοι δεν θα καταφέρουν ποτέ να βρουν δουλειά.
 Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι χιλιάδες απόφοιτοι δεν θα καταφέρουν ποτέ να βρουν δουλειά.
a stone's throw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (short distance)δυο βήματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, ανεπ, παλαιό)ένα τσιγάρο δρόμος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The distance from our house to hers is a stone's throw.
a stone's throw away exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative, informal (nearby)στα δυο βήματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We can easily walk to Martha's house; she lives a stone's throw away.
a stone's throw from [sth],
within a stone's throw of [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative, informal (near) (μεταφορικά)δυο λεπτά, δυο βήματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)ένα τσιγάρο δρόμος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The shop is just a stone's throw from my house.
 Το κατάστημα είναι δυο λεπτά από το σπίτι μου. Το κατάστημα είναι δυο βήματα από το σπίτι μου.
a tall order nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (challenge, demanding task)πρόκληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It is a tall order to win the competition.
a thing of beauty nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] impressive)αριστούργημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)έργο τέχνης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (μόνο για κάτι κατασκευασμένο)κομψοτέχνημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The painting is a thing of beauty.
a thing of the past nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] no longer a problem) (μεταφορικά)παρελθόν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  που ανήκει στο παρελθόν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει τελειώσει, που έχει περάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
A thousand pardons exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." ironic (Please excuse me.)χίλια συγγνώμη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A thousand pardons for my telling you the truth.
a tidy sum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (large amount of money)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
a time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a period, a while)συμπερασματικός, υποθετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Come and sit with me for a time.
a ton of nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (large quantity) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ένας τόνος, ένας σωρός, ένα κάρο φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 I have a ton of work to do this week.
a ton advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, informal (a lot)πάρα πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 My grandparents are such kind people; I love them a ton.
a ton nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, regional, slang (speed: 100 miles an hour)με εκατό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Bill was doing a ton on the motorway, when he got pulled over by the police.
 Ο Μπιλ έτρεχε με εκατό στην εθνική όταν τον σταμάτησε η αστυνομία.
a wealth of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (abundant amount of [sth](με γενική)πληθώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά: πολλοί)χίλιοι, χιλιάδες επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά: πολύς)άπειρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There's a wealth of reasons why you should stay.
a wee bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." UK, informal (little, slightly)κάπως, λίγο, λιγάκι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)ένα κλικ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Mexican food is a wee bit spicier than I'm used to. I'm not much of a drinker but I'll have just a wee bit of whiskey.
 Το μεξικάνικο φαγητό είναι κάπως πιο πικάντικο από ότι έχω συνηθίσει.
 Το μεξικάνικο φαγητό είναι ένα κλικ πιο πικάντικο από ότι έχω συνηθίσει.
a while ago advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (short time in the past)πριν λίγο καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρόσφατα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 A while ago I went on vacation to Cancun.
a whole new ball game,
a brand new ball game
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal, figurative (changed situation)το παιχνίδι έχει αλλάξει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That puts matters in a different light. It's a brand new ball game now.
a whole new world nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (unfamiliar experience)νέα εμπειρία επίθ + ουσ θηλ
  άγνωστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αλλαγή κατάστασης)μεγάλη αλλαγή επίθ + ουσ θηλ
 Retirement is certainly a whole new world; there's so much to get used to.
 Η σύνταξη είναι κάτι άγνωστο, είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνηθίσει κανείς.
 Η σύνταξη είναι μεγάλη αλλαγή, είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνηθίσει κανείς.
A word of advice interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (I warn or recommend the following)μια συμβουλή άρθ αόρ + ουσ θηλ
 Just a word of advice -- don't plant peas in Wisconsin in March, whatever the books may say!
a word to the wise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (giving warning, advice)συμβουλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A word to the wise: do not visit this neighborhood alone after dark.
 Μια συμβουλή: Μην πας μόνος σου σε αυτή την γειτονιά όταν σκοτεινιάσει.
a world of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (a great amount of [sth])τεράστιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μτφ: σε μέγεθος)σημαντικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There is a world of difference between their politics.
A-1,
A1,
A-one
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (excellent, top quality)πρώτης ποιότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  κορυφαίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The customer service at the store is A-1 quality.
A-bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (atomic bomb)ατομική βόμβα επίθ + ουσ θηλ
 The U.S. detonated the first A-bomb near Alamogordo, New Mexico.
 Οι Η.Π.Α. έριξαν την πρώτη ατομική βόμβα κοντά στο Αλαμογκόρντο του Νέου Μεξικού.
A-level exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (advanced school-leaving exam) (από το λύκειο)απολυτήριες εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ
 Anna did her A-level exams last summer.
A-line adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (garment: wider at hem)σε γραμμή άλφα, με γραμμή άλφα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
A-OK,
A-ok
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (OK, perfect)οκ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  τέλειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σούπερ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  εντάξει επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Everything's A-OK!
A-OK,
A-ok
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
informal (fine, perfectly)οκ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  τέλεια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  σούπερ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  εντάξει επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Everything's going A-ok!
A-side nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (main side of a pop single)πρώτη πλευρά επίθ + ουσ θηλ
 The record company decided that the song should be the A-side of the band's first single.
A-Z nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (book of maps)χάρτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (κατά λέξη)βιβλίο με χάρτες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Adam found the street in the A-Z.
A-Z of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (glossary, informative list)γλωσσάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γλωσσάριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The A-Z of Medical Terms covers the most common words used in the medical world.
a.k.a.,
aka,
A.K.A.,
AKA.
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
initialism (also known as)επίσης γνωστό ως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 William H. Bonney, a.k.a. Billy the Kid, was a 19th-century American outlaw.
a/c,
A/C,
AC
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (air conditioning)κλιματισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μηχάνημα, εγκατάσταση)κλιματιστικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
a/c nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, abbreviation (account) (επιχείρησης)λογαριασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: για καταχώρηση συναλλαγών π.χ. εσόδων, εξόδων, ζημιών
A/R nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (accounts receivable)εισπρακτέοι λογαριασμοί επίθ + ουσ αρσ
AAA,
triple A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, initialism (American Automobile Association)Αμερικανική Αυτοκινητιστική Ένωση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: Roadside assistance company
AD,
A.D.
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
Latin, initialism (anno domini: year) (συντομογραφία)μ.Χ. επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The Roman Emperor Domitian ruled Britain briefly in 271 AD.
 Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Δομιτιανός κυβέρνησε την Βρετανία για μικρό διάστημα το 271 μ.Χ.
AF,
A.F.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (military: air force) (σντμ: πολεμική αεροπορία)Π.Α. ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
AF,
A.F.,
a.f.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (physics: audio frequency) (επιστήμη: φυσική, επικοινωνίες)ακουστική συχνότητα επίθ + ουσ θηλ
AF,
A.F.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (language: Anglo-French)διάλεκτος, παραλλαγή της αγγλονορμανδικής γλώσσας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
AF,
A.F.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (Asian female)Ασιάτισσα ουσ θηλ κυρ
after a fashion advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a way)κατά ένα τρόπο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
after a while advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (some time later)μετά από λίγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 At first he felt no pain. After a while, his arm began to ache.
 Στην αρχή δεν ένιωσε πόνο. Μετά από λίγο το χέρι του άρχισε να πονάει.
all in a day's work exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal, figurative (routine activity)καθημερινότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κάτι που κάνω κάθε μέρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There's no need to thank me - it's all in a day's work for me.
all of a sudden advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (suddenly)ξαφνικά, αναπάντεχα, ξάφνου, αιφνιδίως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 All of a sudden, a dark cloud blotted out the sun.
 Ξαφνικά ένα σκούρο σύννεφο έκρυψε τον ήλιο.
also known as preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (alias)γνωστός επίσης και ως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Eva Perón, also known as Evita, was a controversial figure in Argentine politics.
a.m.,
am,
A.M.,
AM
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
initialism (antemeridian: in the morning) (προφορικός λόγος, επίσημο)προ μεσημβρίας φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (σντμ: γραπτός λόγος)π.μ., πμ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (καθομιλουμένη)το πρωί φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (αργά τη νύχτα)τα ξημερώματα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 You have a 9:30 a.m. appointment with the doctor. I woke up at 7 am. This nightclub is open until 3 am.
 Έχεις ραντεβού με τον γιατρό στις 9:30 π.μ. (or: πμ). Ξύπνησα στις 7 π.μ. (or: πμ).
 Έχεις ραντεβού με τον γιατρό στις 9:30 το πρωί. Ξύπνησα στις 7 το πρωί.
 Το κλαμπ μένει ανοιχτό μέχρι τις 3 τα ξημερώματα.
an arm and a leg nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (high price, high cost) (μεταφορικά)ο κούκος αηδόνι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μτφ, καθομ)τη μάνα και τον πατέρα εκφρ
 No, the price is too high - he wants an arm and a leg for that old car.
 Όχι, η τιμή είναι πολύ υψηλή - θέλει τη μάνα του και τον πατέρα του γι' αυτό το παλιάμαξο.
answer to a problem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (solution)λύση, απάντηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)λύση στο πρόβλημα, λύση του προβλήματος, απάντηση στο πρόβλημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The answer to the problem may be quite simple.
 Η λύση μπορεί να είναι πολύ απλή.
ante meridiem advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (in the morning) (το πρωί)προ μεσημβρίας φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (συντομογραφία)π.μ. β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
antemeridian adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (before noon)προμεσημβρινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πριν το μεσημέρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
apply for a job v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (reply to employment advertisement)υποβάλλω αίτηση για δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω αίτηση για δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My only task for today is to apply for a job.
AR,
A/R
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, abbreviation (accounts receivable)απαιτήσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
as a bonus advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (in addition)επιπροσθέτως, επιπλέον επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We're going on a hike in the mountains today, and as a bonus we'll have a picnic.
as a child advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (during childhood)όταν ήμουν παιδί, σαν παιδί επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: η ακριβής μετάφραση εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 As a child, Henry was scared of dogs but he later went on to become a vet.
as a consequence advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (so, therefore)επομένως, κατά συνέπεια, συνεπώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The boy failed his math test. As a consequence, he cannot visit his friends this weekend.
as a friend advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (preface to giving advice)φιλικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You know I say this as a friend, but I don't think that you should date him.
as a general rule advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (usually)συνήθως, γενικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  κατά κανόνα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I don't eat meat as a general rule, but I make an exception for my mother's cooking. Sometimes I'm late, but as a general rule I always try to be on time.
as a joke advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for humorous effect)αστεία επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Don't be upset, that comment was meant as a joke.
as a matter of course exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (as part of normal routine)αυτονόητα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  αυτομάτως, αυτόματα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
as a matter of fact exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in fact, on the contrary)για την ακρίβεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)εδώ που τα λέμε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm not ignoring your brother; as a matter of fact, I invited him for dinner tonight.
 Δεν αγνοώ τον αδερφό σου. Για την ακρίβεια τον κάλεσα για δείπνο απόψε.
as a matter of principle exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (on moral grounds)είναι θέμα αρχής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
as a replacement for advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as a substitute for)ως υποκατάστατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 Margarine is widely used as a replacement for butter.
as a result advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (consequently)επομένως, συνεπώς, κατά συνέπεια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The little girl kept jumping in puddles, and as a result her new shoes were ruined.
 Το κοριτσάκι συνέχισε να πηδά στις λακκούβες και συνεπώς (or: κατά συνέπεια) τα καινούρια της παπούτσια καταστράφηκαν.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης