WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a piece nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, regional (a distance, a way)λίγο πιο πέρα, λίγο μετά, λίγο πιο κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The farm is down the road a piece.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a piece of cake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal ([sth] easy to do) (μτφ: πολύ εύκολο)παιχνιδάκι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  πανεύκολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The new software installation was a piece of cake, no problems!
a piece of the action nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (involvement, participation)συμμετοχή, ανάμιξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 If I'm to help you, I want a piece of the action.
a piece of work,
a real piece of work
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, figurative, informal (unusual character, individual) (μεταφορικά)περίπτωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό, εμφατικός τύπος, μεταφορικά)περιπτωσάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
have a piece of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (have a share in)συμμετέχω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  παίρνω μέρος σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)έχω το δικό μου μερίδιο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Everybody wants to have a piece of the action.
It's a piece of cake! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (it's very easy) (καθομιλουμένη, μτφ)παιχνιδάκι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  περίπατος ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 I don't think that arithmetic problem is difficult. It's a piece of cake!
 Δε νομίζω πως αυτό το πρόβλημα στα μαθηματικά είναι δύσκολο. Είναι παιχνιδάκι!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'a piece' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [only, just] a piece, would [love, like] a piece, would [love] to [have, try, taste] a piece, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a piece στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a piece'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης