WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a great deal of effort,
a good deal of effort
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(a lot of work)μεγάλη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  υπέρ-προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I put a great deal of effort into this project, and I was really offended when management ignored it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a great deal of effort στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a great deal of effort'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης