WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bargain)καλή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I chose the car because it was reliable and a great deal.
 Επέλεξα το αυτοκίνητο, καθώς ήταν αξιόπιστο και καλή ευκαιρία.
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(much, large amount)πολλά επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 I have a great deal to accomplish before the end of the semester.
 Έχω να πετύχω πολλά πριν τελειώσει το εξάμηνο.
a great deal of [sth],
a good deal of [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(large amount of [sth])μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her presidential campaign had a great deal of success at the local level.
 Η προεδρική της καμπάνια είχε μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(greatly, very much)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ιδιαίτερα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I value your input a great deal.
 Εκτιμώ πολύ τη βοήθειά σου.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(considerably)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I'm feeling a great deal better since I ate some soup.
 Νιώθω πολύ καλύτερα, αφότου έφαγα λίγη σούπα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a great deal of effort,
a good deal of effort
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(a lot of work)μεγάλη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  υπέρ-προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I put a great deal of effort into this project, and I was really offended when management ignored it.
by a great deal,
by a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by a large amount or extent)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 The Indian Ocean is smaller than the Pacific Ocean by a great deal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'a great deal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a great deal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a great deal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης