Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

a good or great many


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο a παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: good | or | great | many

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
A,
a
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(first letter of alphabet) (λατινικό αλφάβητο)a ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ελληνικό αλφάβητο)α, άλφα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 There are two a's in the name "Anna".
 Το όνομα «Άννα» έχει δύο άλφα.
a,
an
indef artindefinite article: a, an
(indefinite article)ένας, μία/μια, ένα αόρ άρθ
Σχόλιο: "an" is used before a vowel sound
Σχόλιο: Ο τύπος «μία» προτιμάται, όταν πρέπει να δοθεί έμφαση στη χρήση του όρου ως αριθμητικού.
 There's a monster under my bed.
 Υπάρχει ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι μου.
a nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one: before a number) (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις)μία, μια επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Συνήθως δε μεταφράζεται, π.χ. Πρέπει να έχει γύρω στα χίλια βιβλία. Η μετάφραση χρησιμοποιείται όταν ακολουθεί περιληπτικό αριθμητικό, π.χ. Πρέπει να έχει γύρω στη μία χιλιάδα βιβλία.
 He must have a thousand books.
a,
an
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth] hypothetical, non-specific) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Προτιμάται ο πληθυντικός.
 I like a challenge.
 Μου αρέσουν οι προκλήσεις.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a indef artindefinite article: a, an (person called)ένας, κάποιος αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 A Mr Smith asked to speak to you.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grade) (δημοτικό)Α ουσ ουδ ακλ
  10 ουσ ουδ ακλ
  (γυμνάσιο, λύκειο)20 ουσ ουδ ακλ
 I got an "A" in my history test.
 Πήρα Α στο τεστ ιστορίας.
 Πήρα 20 στο τεστ ιστορίας.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: note) (νότα)Α ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (στην Ελλάδα)Λα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The song begins on an A.
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(music: key)λα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (μουσική γραφή)Α ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 They're playing Grieg's piano concerto in A-minor tonight.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood type) (ομάδα αίματος)Α ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 My blood type is A.
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(indicating a subdivision) (δηλωτικό υποκατηγορίας)α ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 What's the answer to question 3a?
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indicating house number) (διεύθυνση κτηρίου)Α ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Who lived at 221A Baker Street?
 Ποιος έμενε στην Οδό Μπέικερ 221Α;
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (answer) (σντμ: απάντηση)Α, Απ. ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Q: Who wrote "Hamlet"? A: William Shakespeare.
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (adjective: not, without)α- α' συνθετικό
 For example: apolitical, arrhythmia
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (on, towards)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  προς πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποδίδεται με ένα επίρρημα, ενώ σε άλλες αποδίδεται περιφραστικά, πχ προς τα πίσω, στην άκρη κλπ.
 For example: aback, aside
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (adjective: in the state of) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Αποδίδεται με διαφορετικούς τρόπους. Παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα.
 For example: afire, asleep
 Για παράδειγμα: καίγομαι, κοιμάμαι
 Για παράδειγμα: έχω πάρει φωτιά, με έχει πάρει ο ύπνος
 Για παράδειγμα: φλεγόμενος, κοιμώμενος
a,
an
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(per, every, each)ανά πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  τον, την, το ορ αρθ
  κατά, κάθε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
Σχόλιο: "an" is used before a vowel sound
 The speed limit in residential areas is 30 miles an hour.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
24 hours,
24 hours a day,
twenty-four hours,
twenty-four hours a day
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(all day, night)24 ώρες, 24 ώρες το 24ωρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σε εικοσιτετράωρη βάση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The convenience store is open 24 hours a day.
à bas (French: down with)κάτω επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: Σε φράσεις/συνθήματα, π.χ. «κάτω η κυβέρνηση».
A bird in the hand is worth two in the bush. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (Don't risk what you have.)κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now; after all, a bird in the hand is worth two in the bush.
a bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." UK, informal (a little)λίγο, λιγουλάκι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (μεταφορικά)ελαφρώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Run around a bit and you'll soon warm up.
 Τρέχα λίγο και σύντομα θα ζεσταθείς.
a bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly)ελαφρώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 It's a bit cold in here!
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είμαι ελαφρώς ξενυχτισμένη και αυτό επηρεάζει την απόδοσή μου στη δουλειά.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (chaotic)μπλεγμένος, μπερδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)χάλι, μπάχαλο ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  ψιλοχάλια, ψιλομπάχαλο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 His love life's a bit of a mess.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (difficult situation)σε άσχημη κατάσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)χάλια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 To say that the economy is in a bit of a mess is putting it mildly.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (place: untidy) (καθομιλουμένη, προφορικό: γίνεται)χαμός, ψιλοχαμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, προφορικό)χάλια, ψιλοχάλια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη, προφορικό)μπάχαλο, ψιλοχάος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)άνω-κάτω επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My house is a bit of a mess, but please come in.
 Γίνεται χαμός στο σπίτι μου, αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι χάλια (or: ψιλοχάλια), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι μπάχαλο (or: ένα ψιλοχάος), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι άνω-κάτω, αλλά πέρασε μέσα.
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: not runny)λίγο πηχτός, λίγο παχύρρευστος επίρ + επίθ
Σχόλιο: Το επίρρημα "λίγο" μπορεί να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε επίρρημα ανάλογης σημασίας, π.χ. κάπως, ελαφρώς, λιγάκι κ.ά.
 The gravy seems a bit thick; I can stand a spoon in it!
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, figurative, pejorative, slang (person: not intelligent) (μτφ, καθομ, προσβλ)λίγο αργός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό, προσβλητικό)τα ζώα μου αργά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χαζούλης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He's a bit thick, but really nice all the same.
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (person, physique: not thin)λίγο παχύς, κάπως παχύς επίρ + επίθ
  παχουλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He's a bit thick through the waist.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: too runny)λεπτούλης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The gravy seems a bit thin, so I think I'll add some more flour to thicken it up.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (resources: limited) (μεταφορικά)περιορισμένος, λιγοστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My budget is a bit thin, so I won't be going to Africa this year.
 Ο προϋπολογισμός είναι κάπως περιορισμένος, έτσι δεν θα πάω στην Αφρική φέτος.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: skinny)αρκετά λεπτός, αρκετά αδύνατος επίρ + επίθ
  αδυνατούλης, λεπτούλης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
a bit too advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (overly)υπερβολικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πάρα πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  υπέρμετρα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 His hair was a bit too long for me. She seemed a bit too calm. Something must be wrong.
 Τα μαλλιά του ήταν υπερβολικά μακριά για μένα. Έμοιαζε υπερβολικά ήρεμη. Μάλλον κάτι δεν πάει καλά.
a bite to eat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (snack)σνακ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  μεζεδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)μεζεκλίκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)μια μπουκιά άρθ ορ + ουσ θηλ
a cappella advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Italian (sing: without instruments) (ξενικό, άκλιτο)α καπέλα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The piece is usually orchestral but they performed it a cappella.
 Αυτό το κομμάτι είναι συνήθως ορχηστρικό, αλλά το εκτέλεσαν α καπέλα.
a cappella adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." Italian (singing: no instruments) (ξενικό, άκλιτο)α καπέλα φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Gregorian chant is usually a cappella singing.
 Οι Γρηγοριανοί ύμνοι είναι συνήθως τραγούδια α καπέλα.
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (modicum, small quantity)κάποιος βαθμός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάποιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  λίγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ένας κάποιος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You need to use a certain amount of caution when using that product.
 Χρειάζεται μια κάποια προσοχή κατά τη χρήση αυτού του προϊόντος.
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specified quantity)ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ορισμένο ποσό, συγκεκριμένο ποσό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
a chip off the old block nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (person: like parent) (καθομιλουμένη)σόι πάει το βασίλειο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  το μήλο κάτω απ΄ τη μηλιά θα πέσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατά μάνα κατά κύρη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He'll be a womanizer just like his father; he's a chip off the old block.
a cut above,
a cut above [sth]
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(superior to)μια κλάση πάνω εκφρ
 He is a cut above the rest.
 Είναι μια κλάση πάνω από τους υπόλοιπους.
a cut above exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (superior)ανώτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλύτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This restaurant is definitely a cut above; they have embroidered tablecloths.
a dab hand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (skilled person)επιδέξιος, ικανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Could you help me roll this pastry? I hear you're a dab hand in the kitchen.
a dear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (kind, sweet person) (σε παιδί)σαν καλό παιδί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (γενικά)έχω την καλοσύνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Be a dear and pass me my medicine, will you?
 Θα μου φέρεις τα φάρμακά μου σαν καλό παιδί που είσαι;
 Έχεις την καλοσύνη να μου φέρεις τα φάρμακά μου;
à deux advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Gallicism (involving two people) (π.χ. δείπνο για δύο)για δύο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  οι δυο μας φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (καθομιλουμένη)τα δυο μας φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
a dime a dozen (US),
ten a penny (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, informal (common) (μεταφορικά)με το τσουβάλι εκφρ
  ένας σωρός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In Hollywood, aspiring young actresses are a dime a dozen.
 Στο Χόλιγουντ, βρίσκεις νέους φιλόδοξους ηθοποιούς με το τσουβάλι.
a dozen or so adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (around 12)περίπου μία ντουζίνα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Can you please bring me back a dozen or so eggs from the grocery store?
 Μπορείς να μου φέρεις περίπου μια ντουζίνα αυγά από το κατάστημα;
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (amount: trivial)σταγόνα στον ωκεανό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The U.S. needs to redevelop passenger rail; Amtrak funding is just a drop in the bucket.
 Οι ΗΠΑ πρέπει να αναπτύξουν εκ νέου τους επιβατικούς σιδηρόδρομους· η χρηματοδότηση της Amtrak είναι απλώς σταγόνα στον ωκεανό.
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative ([sth]: inconsequential)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
a drop in the ocean (UK),
a drop in the bucket (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, figurative, informal (amount: trivial) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people.
 Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους.
a drop in the ocean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, figurative, informal ([sth]: inconsequential) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη: μπροστά σε κτ)τίποτα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
be a far cry from [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (very different from)που είναι πολύ διαφορετικός από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λόγιο)που απέχει παρασάγγας από κτ, που απέχει παρασάγγες από κτ, που πόρρω απέχει από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)που δεν έχει καμία σχέση με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Life in Canada is a far cry from what she's used to in Haiti.
 Η ζωή στον Καναδά είναι πολύ διαφορετική από αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
 Η ζωή στον Καναδά απέχει παρασάγγας από αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
 Η ζωή στον Καναδά δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
a fate worse than death nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (terrible misfortune) (μοίρα, κατάσταση)χειρότερος και από θάνατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ: κάτι που δεν θέλω)καταδίκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σε σύγκριση)καλύτερα να πέθαινα, καλύτερα νεκρός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
a fate worse than death nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. euphemism, obsolete (loss of virginity) (απώλεια παρθενίας)βιασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
a few bob nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, dated (money: small sum) (καθομ: χρήματα)λίγα ψιλά, κάτι ψιλά επίθ + ουσ ουδ πλ
 I gave a few bob to the kid next door; he helped me wash the car.
a few times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on several occasions)μερικές φορές επίθ + ουσ θηλ
 That boy has come over a few times and always behaved himself.
a few times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with several repetitions)μερικές φορές επίθ + ουσ θηλ
 After you do it a few times it doesn't seem so terrible.
a few too many exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (an excessive number of)υπερβολικά πολύς επίρ + επίθ
  παραπάνω απ' ότι πρέπει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπερβολικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 This has happened a few too many times now. It has to stop.
a fine mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (situation: awkward)αναστάτωση, σύγχυση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μπάχαλο, μπέρδεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The lies we told got us into a fine mess when everyone found out the truth. Now you've done it. Look at the fine mess you've gotten us into.
 Τα ψέμματα που είπαμε μας έβαλαν σε μεγάλο μπέρδεμα όταν έμαθαν όλοι την αλήθεια. Τώρα το έκανες. Κοίτα σε τι μπέρδεμα μας έβαλες.
a fish out of water nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] in unfamiliar place, situation) (μεταφορικά)ψάρι έξω από το νερό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Although a fantastic football player, he was a fish out of water on the golf course.
a fortiori advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (argument: stronger reason)κατά μείζονα λόγο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
A friend in need is a friend indeed. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." ([sb] who helps is real friend)Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed."
a good deal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bargain)ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καλή προσφορά επίθ + ουσ θηλ
 I chose the car because it was reliable and a good deal.
a good deal advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (a lot)αρκετά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)κάμποσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She walks around the neighborhood a good deal.
a good deal of [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (a lot)αρκετός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)κάμποσος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μπόλικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I hope you like spicy food, because I added a good deal of fresh jalapeño.
a good innings nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative (long life)μακροζωία, μακροβιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He was 96 when he died. That's a good innings!
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bargain)καλή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I chose the car because it was reliable and a great deal.
 Επέλεξα το αυτοκίνητο, καθώς ήταν αξιόπιστο και καλή ευκαιρία.
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(much, large amount)πολλά επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 I have a great deal to accomplish before the end of the semester.
 Έχω να πετύχω πολλά πριν τελειώσει το εξάμηνο.
a great deal of [sth],
a good deal of [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(large amount of [sth])μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her presidential campaign had a great deal of success at the local level.
 Η προεδρική της καμπάνια είχε μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(greatly, very much)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ιδιαίτερα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I value your input a great deal.
 Εκτιμώ πολύ τη βοήθειά σου.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(considerably)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I'm feeling a great deal better since I ate some soup.
 Νιώθω πολύ καλύτερα, αφότου έφαγα λίγη σούπα.
a great deal of effort,
a good deal of effort
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(a lot of work)μεγάλη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  υπέρ-προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I put a great deal of effort into this project, and I was really offended when management ignored it.
a great one for doing [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: does [sth] frequently)που συνηθίζει να κάνει κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)που το 'χει με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's a great one for telling stories.
a great time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (fun, enjoyment) (διασκέδαση)πολύ καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  περίφημα, υπέροχα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Thanks so much for inviting me; I had a great time!
a hairbreadth away (US),
a hair's breadth away (UK)
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative (very close) (καθομιλουμένη)ένα τσικ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  τόσο δα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πολύ λίγο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The house that I bought was a hair's breadth away from the sea.
a hard one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] difficult) (καθομιλουμένη)δύσκολη περίπτωση επίθ + ουσ θηλ
  δύσκολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mark is a hard one; you never know what he is thinking.
a hard one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] cold, severe) (μεταφορικά)δύσκολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σκληρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The boss is a hard one; he is very strict.
a heartbeat away from [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." US, figurative (very close)σε απόσταση αναπνοής από κτ εκφρ
  πολύ κοντά σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm sure you're only a heartbeat away from success now.
a heartbeat away advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, figurative (very close)σε απόσταση αναπνοής από κτ εκφρ
  πολύ κοντά σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)δυο βήματα από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)δυο τσιγάρα δρόμος από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
a job well done nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (task that is performed well)καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά επίθ + ουσ θηλ
 Congratulations on a job well done!
a la,
à la
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
Gallicism (in the style of)α λα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  σαν επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He swears a lot when he's angry, a la Gordon Ramsay.
 Βρίζει πολύ όταν είναι θυμωμένος, α λα Γκόρντον Ράμσεϊ.
 Βρίζει πολύ όταν είναι θυμωμένος, σαν τον Γκόρντον Ράμσεϊ.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." French (ordering dishes: individually)αλακάρτ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (πιο απλά)από το μενού, από τον κατάλογο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Rather than choosing the set lunch, she decided to order à la carte.
 Αντί να επιλέξει το προκαθορισμένο μεσημεριανό γεύμα, αποφάσισε να παραγγείλει από τον κατάλογο.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." French (menu items: priced individually)από τον κατάλογο, από το μενού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The restaurant offers a wide selection of à la carte menu items.
 Το εστιατόριο προσφέρει ευρεία επιλογή πιάτων από τον κατάλογο.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, French (choosing, buying: individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (όχι όλα μαζί)ξεχωριστά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ένα ένα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Customers can download songs à la carte.
 Η πελάτες μπορούν να κατεβάσουν τραγούδια κατ' επιλογή.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, French (can be purchased individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  κατ' επιλογήν φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 The website allows people to make à la carte purchases.
 Ο ιστότοπος δίνει τη δυνατότητα στον κόσμο να πραγματοποιήσει αγορές κατ' επιλογή.
 Σε αυτό τον ιστότοπο υπάρχει η δυνατότητα κατ' επιλογήν αγορών.
a la mode,
à la mode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
Gallicism (fashionable, in fashion)μοδάτος, μοντέρνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
a la mode,
à la mode,
alamode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, Gallicism (with ice cream)με παγωτό επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I ordered a piece of pie a la mode.
 Παρήγγειλα ένα κομμάτι πίτας με παγωτό.
A level nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, often plural (Advanced level: exam)απολυτήριες εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Graham failed all his A levels so was unable to get into university.
a little adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (small amount)λίγος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I just want a little salt on my potatoes.
 Θέλω μόνο λίγο αλάτι στις πατάτες μου.
a little advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly)λίγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ελαφρώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She was a little angry with me. The doctor says your blood pressure is a little high.
 Ήταν λίγο θυμωμένη μαζί μου.
 Ο γιατρός λέει ότι η πίεση του αίματός σου είναι ελαφρώς ανεβασμένη.
a little nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short time)λίγο, λιγάκι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I'll be there in a little.
 Θα είμαι εκεί σε λιγάκι.
a little nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a small amount)λίγος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Chocolate? I'll just have a little.
 Σοκολάτα; Θα πάρω λίγη μόνο.
a little bit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (small amount)λίγο, λιγάκι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)λιγουλάκι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There wasn't enough salt in the soup so I added a little bit. Could I please have a little bit of cheese?
 Η σούπα δεν είχε αρκετό αλάτι, οπότε πρόσθεσα λιγάκι. Μπορώ να έχω λίγο τυρί παρακαλώ;
a little bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (slightly)ελαφρώς, κάπως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I'm just a little bit dizzy. It was a little bit cheeky of me to ask … but I asked anyway.
 Είμαι ελαφρώς ζαλισμένος. Ήταν κάπως αγενές εκ μέρους μου να ρωτήσω... αλλά ρώτησα, όπως και να' χει.
a little more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a small additional quantity)λίγο παραπάνω, λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I already added salt to the potatoes, but I think they could use a little more.
a little more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (slightly more)λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 May I have a little more tea, please?
a little more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for a short while longer)για λίγο ακόμη, για λίγο ακόμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The girls asked her mother if she could continue playing outside a little more.
a little more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly more often)λίγο πιο συχνά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You need to exercise a little more if you want to get fit.
a little thing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] trivial)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I know it's just a little thing, but I find the constant tapping of your foot annoying.
 Ξέρω ότι είναι κάτι το ασήμαντο, αλλά με ενοχλεί το ότι χτυπάς συνεχώς το πόδι σου στο πάτωμα.
a load of nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (great quantity)πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I'll cook up a load of chicken legs and we can take them on our picnic.
a load nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (great quantity)πολλά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Jess has taught me a load about computer coding.
a long time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a considerable period)πολύς καιρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  μεγάλο χρονικό διάστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It's a long time since we last met.
 Πάει πολύς καιρός από τότε που βρεθήκαμε για τελευταία φορά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Λείπει από τη δουλειά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
a long time ago advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distant past)πριν από πολύ καιρό, πολύ παλιά, εδώ και πολύ καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 A long time ago, my ancestors settled in this land.
a long way down advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (far below)πολύ πιο κάτω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It's a long way down from the top of the cliff.
a long way down preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (a significant distance along)πολύ πιο μακριά, πολύ πιο πέρα, πολύ παραπέρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πολύ πιο κάτω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The climber fell a long way down the mountain, but luckily landed in deep snow.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distance)μακριά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (ποιητικό)αλάργα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 A long way off, you could just see the lights from a distant village.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (distant, far away)μακριά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (ποιητικό)αλάργα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Those birds are swimming a long way off shore, so you'll need a telescope to see them.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, colloquial (in the distant future)στο μέλλον, μελλοντικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My sixtieth birthday is still a long way off.
a long way to go exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (much effort still needed)χρειάζεται πολλή προσπάθεια ακόμη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)έχω ακόμα δρόμο μπροστά, έχω δρόμο ακόμα εκφρ
 Brad did well on the quiz, but he has a long way to go before he passes the class.
a long while nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable period of time)πολύς καιρός επίθ + ουσ αρσ
  καιρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 It's been a long while since I played golf.
a lot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (large quantity)πολλοί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
a lot of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (many, much) (ποσότητα)πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αριθμός)πολλοί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There were a lot of children in the swimming pool. They made a lot of noise.
 Υπήρχαν πολλά παιδιά στην πισίνα. Έκαναν πολύ θόρυβο.
a lot advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (greatly)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
a lot advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (often, at length)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She talks a lot without saying anything important.
a lot more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greater amount)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A banker makes a lot more than a teacher.
 Ένας τραπεζίτης βγάζει πολύ περισσότερα από έναν καθηγητή.
a lot more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greater number)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A few hundred is a lot more than a couple dozen.
 Μερικές εκατοντάδες είναι πολύ περισσότερο από δυο δωδεκάδες.
a lot more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in greater amount)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 I need a lot more flour to make this dough.
a lot more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in greater number)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A lot more people are taking up cycling these days.
a lot more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to greater degree)πολύ περισσότερο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Your foot bends a lot more when you run.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a good or great many στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a good or great many'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης