Vaseline

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvæsəliːn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈvæsəˌlin, ˌvæsəˈlin/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(vasə lēn′, vas′ə lēn)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Vaseline,
vaseline
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
uncountable, ® (brand of petroleum jelly) (εμπορικό σήμα)βαζελίνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λιπαντικό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Vaseline στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Vaseline'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης