Union

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈjuːnjən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈyunyən/ ,USA pronunciation: respelling(yo̅o̅nyən)


Ο όρος 'Union' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'union'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fusion, connection)ένωση, σύνδεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  συνδυασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  σχέση, συσχέτιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  συνένωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The union of these countries allows them to trade more freely with each other. The union of chocolate and pears makes this dessert truly delicious.
 Η ένωση αυτόν των χωρών τους επιτρέπει να εμπορεύονται πιο ελεύθερα μεταξύ τους.
union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (workers')συνδικάτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ένωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σωματείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The employee contacted her union about the unsafe working conditions.
 Η υπάλληλος επικοινώνησε με το σωματείο της για τις επικίνδυνες συνθήκες εργασίας.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marriage)ένωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Marriage is the union of two people who love each other and wish to share their lives.
the Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (North in Civil War)η Ένωση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  οι Βόρειοι φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 During the American Civil War, the Union was opposed to the Confederacy.
the Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (England and Scotland)η Ένωση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 There was a referendum in 2014 to decide whether or not to dissolve the Union.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ACLU nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (American Civil Liberties Union)Αμερικανική Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
civil partnership,
civil union
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(legal contract between couple)σύμφωνο συμβίωσης ομοφύλων ζευγαριών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 It is pure discrimination to say that we can form a civil partnership but we cannot get married.
civil union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal partnership or marriage)σύμφωνο συμβίωσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Civil unions have less legal status than marriage.
credit union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: cooperative group)πιστωτική ένωση επίθ + ουσ θηλ
customs union (uniform tariff policy)τελωνειακή ένωση επίθ + ουσ θηλ
EU nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (European Union)ΕΕ. Ε.Ε. ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Many of the EU's institutions are based in Brussels.
European Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political union)Ευρωπαϊκή Ένωση επίθ + ουσ θηλ
 Croatia became a member of the European Union in 2013.
Former Soviet Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Eastern European states) (κράτη ανατολικού μπλοκ)πρώην Σοβιετική Ένωση φρ ως ουσ θηλ κύρ
labor union (US),
labour union (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(trade union, syndicate)εργατικό συνδικάτο, εργατικό σωματείο επίθ + ουσ ουδ
  σωματείο εργαζομένων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The labor unions were created to protect workers from unfair working conditions.
Myanmar,
Union of Myanmar
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(official name of Burma)Μιανμάρ ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
nonunion,
non-union
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(person: not belonging to a labour union)μη μελος συνδικάτου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
nonunion,
non-union
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not dealing with a labour union)χωρίς συνδικάτο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Soviet Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (USSR, Russian Federation)Σοβιετική Ένωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Soviet Union dissolved at the end of the Cold War.
student union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (association of students)φοιτητικός σύλλογος επίθ + ουσ αρσ
 The student union voted to boycott the racist professor's classes.
student union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building with facilities for students)φοιτητική εστία επίθ + ουσ θηλ
  εστία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The student union has a cafeteria, games rooms, and even a pub.
trade union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (worker's syndicate)συνδικαλιστική οργάνωση επίθ + ουσ θηλ
  εργατικό συνδικάτο επίθ + ουσ ουδ
 The trade union has voted to strike on two weekends in March.
 Το εργατικό συνδικάτο ψήφισε να απεργήσει δύο Σαββατοκύριακα μέσα στον Μάρτιο.
TUC nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, initialism (Trades Union Congress)Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Union Army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (American Civil War: Federate Army) (ιστορία ΗΠΑ)Στρατός της Ένωσης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
union card nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (labour organization's membership card)συνδικαλιστικό δελτίο ταυτότητας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When you join a trade union you will be given a union card.
Union Jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (United Kingdom national flag)βρετανική σημαία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
union member nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who belongs to a labour organization)μέλος συνδικαλιστικού σωματείου ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Union members are voting on whether to go on strike.
union shop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (employees must join union)κατάστημα το προσωπικό του οποίου ανήκει σε συγκεκριμένο σωματείο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Western Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (US money transfer service) (TM: μεταφορά χρημάτων)Western Union φρ ως ουσ θηλ κύρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Union' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Union στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Union'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης