Σε αυτή τη σελίδα: The End, end

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
The End nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. written (book, film: indicating the finish)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (conclusion) (έκβαση)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)πέρας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λήξη ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τερματισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The story gripped me from the opening line right to the end.
 Η ιστορία με καθήλωσε από την αρχή ως το τέλος.
 Ανακοίνωσε το πέρας της διαπραγμάτευσης.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μετά τη λήξη της συνεδρίασης, όλοι ήταν κατάκοποι.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο διαιτητής σφύριξε τον τερματισμό του αγώνα.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (furthest part) (το πιο μακρινό μέρος)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They live at the end of the street.
 Μένουν στο τέλος του δρόμου.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μένουν στην άλλη άκρη του δρόμου.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (limit: time) (όριο: χρόνος)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We're moving at the end of the month.
 Μετακομίζουμε στο τέλος του μήνα.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (limit, bounds) (όριο)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη: λαϊκό, λογοτεχνία)τελειωμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: Ο όρος «τελειωμός» χρησιμοποιείται, συνήθως, σε αρνητικές προτάσεις για την έκφραση δυσάρεστων καταστάσεων.
 Is there no end to our problems?
 Θα μπει, ποτέ, τέλος στα προβλήματά μας;
 Θα έχουν, ποτέ, τελειωμό τα προβλήματά μας;
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outcome)σκοπός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Does the end justify the means?
 Τελικά, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tip, extremity)άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You should place the end of the board against the wall.
 Τοποθέτησε την άκρη της σανίδας στον τοίχο.
end [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bring to a conclusion) (φέρνω σε τέλος)τελειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  λήγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She ended their relationship after just two months.
 Τελείωσε τη σχέση τους μετά από μόλις δυο μήνες.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μετά από την παρέμβαση τρίτης δύναμης, οι αντίπαλοι συμφώνησαν να λήξουν τις εχθροπραξίες.
end viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (finish) (φτάνω στο τέλος)τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The concert ended with a Mozart violin concerto.
 Η συναυλία τελείωσε με ένα κονσέρτο για βιολιά του Μότσαρτ.
 Η συναυλία έκλεισε με ένα κονσέρτο για βιολιά του Μότσαρτ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (goal, objective) (επίτευξη στόχου)σκοπός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 To what end are we doing all this?
 Με ποιο σκοπό τα κάνουμε όλα αυτά;
end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (final)τελικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 By the time the film came to the end credits, most of the audience was crying.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literary (death) (ευφημισμός: θάνατος)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He met an untimely end.
 Είχε πρόωρο τέλος.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (portion, aspect)θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  διάσταση, πλευρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It was the marketing end of the enterprise that caused the failure.
 Ήταν το θέμα μάρκετινγκ που προκάλεσε την αποτυχία της επιχείρησης.
the end,
the end of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(destruction)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It's the end of the world as we know it.
 Είναι το τέλος του κόσμου που γνωρίσαμε ως τώρα.
the end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, dated (the best) (αργκό, μτφ, παλαιό)άσος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)τέλειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I love John Coltrane. He's the end!
 Αγαπώ τον Τζον Κολτρέιν. Είναι άσος!
 Αγαπώ τον Τζον Κολτρέιν. Είναι τέλειος!
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (remnant, butt)υπόλειμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  απομεινάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)γόπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Please put your cigar ends in the ashtray.
 Παρακαλώ βάλε τα υπολείμματα του πούρου σου στο τασάκι.
 Παρακαλώ βάλε τα απομεινάρια του πούρου σου στο τασάκι.
 Παρακαλώ βάλε τη γόπα του πούρου σου στο τασάκι.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football: lineman)offensive lineman περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was the best offensive end in the team's history.
 Ήταν ο καλύτερος offensive lineman στην ιστορία της ομάδας.
end viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (result) (σε κάποιο αποτέλεσμα)καταλήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Where will it all end?
 Πού θα καταλήξει αυτή η κατάσταση;
 Πού θα πάει αυτή η κατάσταση;
end up viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (arrive, find yourself)καταλήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We were trying to get to Brighton, but we ended up in Hastings.
 Προσπαθούσαμε να φτάσουμε στο Μπράιτον, αλλά καταλήξαμε στο Χέιστινγκς.
end [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (destroy, thwart)βάζω τέλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)θέτω τέρμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The rain ended our plans to play tennis.
 Η βροχή έβαλε τέλος στα σχέδιά μας να παίξουμε τένις.
 Η βροχή έθεσε τέρμα στα σχέδιά μας να παίξουμε τένις.
end [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." literary (kill)αποτελειώνω, σκοτώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βάζω τέλος στη ζωή κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεκάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If only God would end the person who did this!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
The End | end
ΑγγλικάΕλληνικά
at the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at [sth]'s conclusion)στο τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I haven't seen the film yet; don't tell me what happens at the end.
at the end of [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (at [sth]'s conclusion) (με γενική)στο τέλος του/της φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 At the end of the race, the runner fell exhausted to her knees.
at the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (just before death)στο τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 At the end, she just sighed and let go of my hand.
 Στο τέλος απλώς αναστέναξε και άφησε το χέρι μου.
at the end of the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in the evening)στο τέλος της ημέρας επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He went home at the end of the day.
 Στο τέλος της ημέρας πήγε σπίτι.
at the end of the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (ultimately) (μεταφορικά)στο κάτω κάτω της γραφής, στην τελική επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 At the end of the day, there's nothing we can do.
 Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
at the end of the earth exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in a distant place) (καθομιλουμένη)στου διαόλου την μάνα, στου διαόλου το κέρατο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
beginning of the end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (point [sth] is doomed)η αρχή του τέλους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The sex scandal marked the beginning of the end for his career.
by the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (before the final moment)πριν το τέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 By the end of the first chapter, I could guess the solution to the mystery. I'm usually exhausted by the end of the day.
 Πριν το τέλος του πρώτου κεφαλαίου, μπορούσα να μαντέψω τη λύση του μυστηρίου. Είμαι συνήθως εξαντλημένος πριν το τέλος της μέρας.
in the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (ultimately)στην τελική φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  τελικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 In the end, it doesn't really matter whether we go to Milan or Barcelona for our holiday; either would be great.
 Στην τελική, δεν έχει και πολύ σημασία αν θα πάμε στο Μιλάνο ή στη Βαρκελώνη για διακοπές. Και τα δύο θα ήταν τέλεια.
in the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (finally, eventually)τελικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  στο τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 He finished his work in the end.
 Τελικά την τέλειωσε τη δουλειά του.
light at the end of the tunnel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (prospect of relief or success) (μεταφορικά)φως στο τούνελ, φως στην άκρη του τούνελ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
reach the end of your rope,
be at the end of your rope,
also UK: reach the end of your tether,
be at the end of your tether
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be exasperated) (μεταφορικά)φτάνω στα όριά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φτάνω στο αμήν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I need a break from the kids; I've reached the end of my rope!
right to the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (all the way through)μέχρι τέλους φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  από την αρχή μέχρι το τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 She performed flawlessly right to the end.
right to the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to the moment of death)ως το τέλος, μέχρι το τέλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I promise never to leave you: I'll stand by you right to the end. He suffered a lot, but he was in good spirits right to the end.
the end of the line nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (last stop of train or bus)τέρμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The conductor announced the end of the line so we got off the train. After the bus reaches the end of the line, you'll have to walk a little bit.
the end of the line nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (point [sth] ceases to exist)τα όριά του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jim's patience finally reached the end of the line.
 Η υπομονή του Τζιμ έφτασε στα όριά της.
to the end of the earth,
to the ends of the earth
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
figurative (to any or every place)μέχρι την άκρη του κόσμου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My love is boundless! - I'll follow you to the ends of the earth!
toward the end,
towards the end
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(in the final stages)προς το τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
toward the end of [sth],
towards the end of [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(in the final stages of [sth](κάποιου πράγματος)προς το τέλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'The End' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση The End στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'The End'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης