Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Spanish Sahara


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο Spanish παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Sahara

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Spanish nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (language of Spain, Mexico, etc.) (γλώσσα)ισπανικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (επίσημο, παλαιό)ισπανική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Many students in the US learn Spanish in high school.
 Πολλοί μαθητές στις ΗΠΑ μαθαίνουν ισπανικά στο λύκειο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το πρώτο λεξικό της ισπανικής γράφτηκε το 1492.
Spanish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or from Spain) (χώρα)ισπανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  της Ισπανίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (άνθρωπος)Ισπανός, Ισπανίδα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
 Spanish beaches are usually clean.
 Οι ισπανικές παραλίες είναι συνήθως καθαρές.
 Οι παραλίες της Ισπανίας είναι συνήθως καθαρές.
Spanish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or in the Spanish language)ισπανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  της ισπανικής γλώσσας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Spanish verbs can be quite difficult.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ξέρω μερικές ισπανικές λέξεις, αλλά δεν φτάνουν για να συνεννοηθώ με κάνεναν.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είναι δύσκολη η γραμματική της ισπανικής γλώσσας;
the Spanish nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (people of Spain) (λάος)οι Ισπανοί άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
 The Spanish impressed me with their hospitality and generosity.
 Οι Ισπανοί με εντυπωσίασαν με τη φιλοξενία και τη γενναιοδωρία τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Spanish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in a style from Spain)ισπανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 One of his favourite guitars was a Spanish guitar.
Spanish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, informal (Spanish-speaking person: Hispanic)ισπανόφωνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Is he Spanish? Yes, he's from El Salvador.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Judeo-Spanish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (minority Romance language)Ισπανοεβραϊκή γλώσσα, επίθ + ουσ θηλ
  λαντίνο ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Mexican Spanish nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Spanish language as spoken in Mexico)μεξικανικά ισπανικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Mexican Spanish sometimes includes ancient words used by the indigenous people of that region.
Spanish American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person of Latin-American descent)Λατινοαμερικάνος, Λατινοαμερικάνα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
Spanish American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person of Spanish descent)ισπανόφωνος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  ισπανικής καταγωγής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Spanish American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person of Spanish-American country)ισπανόφωνος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
Spanish fly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aphrodisiac obtained from beetles)αφροδισιακή ουσία από το είδος σκαραβαίου κανθαρίς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Spanish moss nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (plant that grows on trees)ισπανικό βρύο επίθ + ουσ ουδ
Spanish rice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rice and tomato dish)ισπανικό πιάτο με ρύζι β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 There are probably as many kinds of Spanish rice as there are cooks.
Spanish speaking,
Spanish-speaking
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having Spanish as native language)ισπανόφωνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mexico is a Spanish-speaking country. The population of Argentina is predominantly Spanish-speaking.
 Το Μεξικό είναι ισπανόφωνη χώρα. Ο πληθυσμός της Αργεντινής είναι κυρίως ισπανόφωνος.
Spanish Tickler nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (torture instrument)τσουγκράνα βασανισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πόδι της γάτας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Spanish Sahara στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Spanish Sahara'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης