Somali

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/səʊˈmɑːli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/soʊˈmɑli, sə-/ ,USA pronunciation: respelling(sō mälē, sə-)

Inflections of 'Somali' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
Somalis
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (All usages)
Somali
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Can be used as a collective plural—e.g. "Many Somali visit this city.")

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Somali nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (language of ethnic Somalis)σομαλικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (επίσημο)σομαλική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Not many people outside of Africa speak Somali.
Somali,
Somalian
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person: ethnic Somali) (άτομο από τη Σομαλία)Σομαλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Σομαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A family of Somalis lives next door to me.
Somali,
Somalian
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(of or from Somalia) (κάτι σχετικό με τη Σομαλία)σομαλικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The city has a fairly large population of Somali refugees.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Somalia,
Somali Democratic Republic
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(country in Africa)Σομαλία ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Somali' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Somali στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Somali'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης