Semitic

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/sɪˈmɪtɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/səˈmɪtɪk/ ,USA pronunciation: respelling(sə mitik)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Semitic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (language subfamily)σημιτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
anti-Semitic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hostile toward Jews)αντισημιτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 In the Middle Ages, anti-Semitic sentiments kept Jews out of guilds and trade professions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Semitic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Semitic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Semitic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης