SAT

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'SAT': UK: /ˌɛseɪˈtiː/, US: /'sæt/; 'sat': /ˈsæt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/sæt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. sat; n. sut)


From the verb sit: (⇒ conjugate)
sat is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: SAT, Sat, sit

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
SAT nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, acronym, ® (university admission exam)SAT ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (υποψήφιοι φοιτητές)τεστ αξιολόγησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (πιο γενικά)εξετάσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The SAT is a test that is widely used for college admissions in the US.
 Η εξέταση SAT χρησιμοποιείται ευρέως στις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά την εισαγωγή στα πανεπιστήμια.
SAT nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, acronym, usually plural (standard assessment task)SAT ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  τεστ αξιολόγησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 SATs are designed to measure children's progress at intervals during their education.
 Τα τεστ αξιολόγησης σχεδιάστηκαν για να μετρούν την πρόοδο των παιδιών κατά διαστήματα κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Sat,
Sat.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, abbreviation (Saturday) (συντομογραφία)Σαβ. ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
 In her diary, Julie had written, "Sat: visit Mum and Dad."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sit down)κάθομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Come and sit next to me.
 Έλα να καθήσεις δίπλα μου.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be seated)κάθομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Tell me where you'll be sitting so that I can find you easily.
 Πες μου πού θα κάθεσαι για να σε βρω εύκολα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be placed)βρίσκομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)είμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The glass is sitting on the table.
 Το ποτήρι βρίσκεται πάνω στο τραπέζι.
 Το ποτήρι είναι πάνω στο τραπέζι.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (do nothing)κάθομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Don't just sit there and pout.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (perch)κάθομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πουλί: συνήθως τη νύχτα)κουρνιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The hummingbird sat on a branch.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (lie, be situated)βρίσκομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 London sits on the River Thames.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (pose)ποζάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Helen is going to sit for a picture.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be in session)συνεδριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Parliament is sitting now.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (baby-sit)προσέχω, κρατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω μπέιμπι σίτινγκ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Mr. and Mrs. Brown asked Julie to sit for their son.
sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (clothing: fit)ταιριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)πάω, πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάθομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 That coat sits very well on you.
 Το παλτό σου πηγαίνει πάρα πολύ
 Το παλτό κάθεται πολύ καλά πάνω σου.
sit vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause to sit)βάζω να καθίσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She sat her baby in his high chair so that she could prepare the lunch.
sit vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (seat, provide seating)βάζω να καθίσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The usher sat us in the front row.
sit [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (take: an exam) (μεταφορικά: εξετάσεις)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm sitting my proficiency exam next week.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: got a [1200] on his SAT, had to retake the SAT, had to retake his SATs, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση SAT στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'SAT'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης