Russia

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌʃə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(rushə)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Russia nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Russian Federation)Ρωσία ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 Russia's sending over a thousand athletes to the Olympics.
 Η Ρωσία θα στείλει πάνω από χίλιους αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Russia nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (Soviet Union) (Σοβιετική Ένωση)Ρωσία ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 Russia and the USA were once the deadliest of enemies.
 Η Ρωσία και οι Η.Π.Α. ήταν κάποτε οι χειρότεροι εχθροί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Russia' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Russia στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Russia'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης