Rasta

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈræstə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(rastə, rästə)

Σε αυτή τη σελίδα: Rasta, Rastafarian
Ο όρος 'Rasta' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'Rastafarian'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'Rasta' is an alternate term for 'Rastafarian'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Rasta nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (Rastafarian)Ρασταφαριανός, Ρασταφαριανή ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Jamaica is full of Rastas.
Rasta adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." abbreviation (Rastafarian)του Ρασταφαριανισμού φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 I don't know much about Rasta beliefs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Rastafarian nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (believer in Rastafari religion) (ανεπίσημο)ρασταφαριανιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  οπαδός του Ρασταφαριανισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Rastafarians often have long hair.
Rastafarian adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to Rastafari religion)του Ρασταφαριανισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)ρασταφαριανιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Rasta στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Rasta'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης