Luke

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/luːk/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lo̅o̅k)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Luke nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: disciple)Λουκάς ουσ αρσ κύρ
 Luke was one of Jesus' disciples and author of the third Gospel.
Luke nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: third Gospel)το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Luke is the third Gospel in the New Testament.
Luke nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male given name)Λουκάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My husband's name is Luke.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Luke στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Luke'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης