Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Join the club!


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο join παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Join | the | club!

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
join [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (socially)έρχομαι μαζί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω παρέα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We are going to see a movie tonight. Would you like to join us?
 Θα πάμε να δούμε μια ταινία απόψε. Θα ήθελες να έρθεις μαζί μας;
join [sth],
join [sth] and/with [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(connect)ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He joined the two puzzle pieces together.
 Ένωσε τα δύο κομμάτια του παζλ.
join [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (become a member of)γίνομαι μέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εγγράφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)γράφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She joined the chess club.
 Έγινε μέλος στη λέσχη σκακιστών.
 Γράφτηκε στη λέσχη σκακιστών.
join [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (participate in)συμμετέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We joined the search for the missing children.
 Συμμετείχαμε στην έρευνα για τα εξαφανισμένα παιδιά.
join with [sb],
join with [sb] to do [sth]
vi + prep
(cooperate)ενώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ενώνω τις δυνάμεις μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο, λόγιος)συμπράττω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Business leaders have joined with the government to fight poverty.
 Οι επιχειρηματικοί ηγέτες ενώθηκαν με την κυβέρνηση για να καταπολεμήσουν τη φτώχεια.
 Οι επιχειρηματικοί ηγέτες ένωσαν τις δυνάμεις τους με την κυβέρνηση για να καταπολεμήσουν τη φτώχεια.
 Οι επιχειρηματικοί ηγέτες συνέπραξαν με την κυβέρνηση για να καταπολεμήσουν τη φτώχεια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
join nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place where things are attached)σύνδεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The join is where two pieces are connected.
join viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be united)ενώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 These two pieces join.
join [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (unite)ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The priest joined the hands of the bride and groom.
join [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (take part in: an activity)συμμετέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  λαμβάνω μέρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)παίρνω μέρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 To join our campaign, please sign up at our website.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
join in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (participate)συμμετέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Don't worry if the discussion has already begun, you may still join in whenever you wish.
 Μην ανησυχείς αν η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει. Μπορείς να συμμετάσχεις όποτε θες.
join in [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (participate in)λαμβάνω μέρος σε , συμμετέχω σε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We should ask the other students to join in our activities.
 Θα πρέπει να ζητήσουμε από τους μαθητές να λάβουν μέρος στις δραστηριότητές μας.
join in with [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (participate in) (σε κάτι)συμμετέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
join [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (connect)ενώνω, συνδέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
join up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (enrol, register)κατατάσσομαι, προσχωρώ σε, εγγράφομαι σε ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The gym is offering a special to get new clients to join up.
join with vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (accompany)συνοδεύω, συντροφεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
join forces vtr + npl (unite for a common purpose)ενώνουμε τις δυνάμεις μας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 All the countries of the world need to join forces to combat global warming. Jackson suggested that we join forces to encourage some of the younger students in the club to speak up during the meetings.
 Όλες οι χώρες του κόσμου πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την υπερθέρμανση του πλανήτη. Ο Τζάκσον πρότεινε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να ενθαρρύνουμε τους νεότερους μαθητές να μιλήσουν κατά τη διάρκεια των συναντήσεων.
join hands viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (clasp one another's hands)πιάνομαι χέρι χέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The entire congregation joined hands in prayer.
join hands,
join hands with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (unite) (μεταφορικά)ενώνω τις δυνάμεις μου,συμπορεύομαι για κοινό σκοπό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Let's join hands and fight for what we believe in! We will join hands with our friends and stand up for our common beliefs.
join the queue v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK (wait in line)μπαίνω στην ουρά εκφρ
join together vi + adv figurative (unite)συνδέω, ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
join together vi + adv (people: gather)συγκεντρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συναθροίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
join together [sth] and/with [sth] vi + adv (connect)συνδέω, ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
join us interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (register with our organization)εγγραφείτε ως μέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Please join us, and help put an end to hunger in our time.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Join the club! στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Join the club!'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης