Jewish

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒuːɪʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdʒuɪʃ/ ,USA pronunciation: respelling( jo̅o̅ish)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Jewish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of Jews)εβραϊκός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Challah bread is a traditional Jewish food.
Jewish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (religion)εβραϊκός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Kate converted to the Jewish faith when she married Zach.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Jewish' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (a member of) the Jewish community, Jewish community [centers, publications, services], a Jewish [synagogue, temple, center], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Jewish στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Jewish'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης