Jesus

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒiːzəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdʒizəs, -zəz/ ,USA pronunciation: respelling( jēzəs, -zəz)

Σε αυτή τη σελίδα: Jesus, Christ
Ο όρος 'Jesus' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'Christ'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'Jesus' is an alternate term for 'Christ'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Jesus,
Jesus of Nazareth,
Jesus Christ
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Christianity: son of God, messiah)Ιησούς ουσ αρσ κύρ
  Ιησούς Χριστός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  Ιησούς από τη Ναζαρέτ, Ιησούς ο Ναζωραίος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Jesus was born of the immaculate conception. Christmas is a celebration of the birth of Jesus Christ. Some people forget that Jesus Christ was Jewish.
Jesus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Hispanic male given name)Χεσούς ουσ αρσ κύρ
 Jesus is a common name in Latin America.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Christ nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: Messiah, Jesus Christ)Χριστός, Ιησούς ουσ αρσ κύρ
  Ιησούς Χριστός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The church has several paintings of Christ on the cross.
 Η εκκλησία είχε αρκετούς πίνακες με τον Ιησού (or: Χριστό) πάνω στον Σταυρό.
Christ interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" potentially offensive (expressing annoyance or alarm)Έλεος! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Ω, Θεέ μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Christ! - will you just shut up about my driving? Christ, this film's boring.
Christ nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] regarded as Jesus of Nazareth)Χριστός ουσ αρσ κύρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
Jesus | Christ
ΑγγλικάΕλληνικά
Jesus Christ nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: son of God, messiah)Ιησούς Χριστός ουσ αρσ κύρ
 Christmas is a celebration of the birth of Jesus Christ. Some people forget that Jesus Christ was Jewish.
 Τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή για τη γέννηση του Ιησού Χριστού. Κάποιοι άνθρωποι ξεχνάνε ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν Ιουδαίος.
Jesus Christ interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" potentially offensive (expressing annoyance or alarm)Χριστέ μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Jesus Christ! - I can't believe she said that about me!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Jesus' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Jesus στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Jesus'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης