Jesuit

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒɛzjuɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈdʒɛʒuɪt, -juɪt, ˈdʒɛz-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling( jezho̅o̅ it, jezo̅o̅-, jezyo̅o̅-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Jesuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (member of Catholic order)ιησουίτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Many American universities were founded by Jesuits.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Jesuit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Jesuit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης