Japanese

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌdʒæpəˈniːz/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌdʒæpəˈniz, -ˈnis/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling( jap′ə nēz, -nēs)



Inflections of 'Japanese' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": Japanese

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Japanese nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (language of Japan)ιαπωνικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (καθομιλουμένη)γιαπωνέζικα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Ben studied Japanese in college because he wanted to teach there after he graduated.
 Ο Μπεν σπούδασε ιαπωνικά στο πανεπιστήμιο γιατί ήθελε να διδάξει εκεί μετά την αποφοίτησή του.
the Japanese nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (people of Japan)οι Ιάπωνες άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
  (καθομιλουμένη)οι Γιαπωνέζοι άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
 The Japanese were isolationists for centuries.
 Για αιώνες οι Ιάπωνες ήταν απομονωμένοι.
Japanese adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or from Japan)γιαπωνέζικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ιαπωνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The restaurant only serves Japanese food.
 Το εστιατόριο σερβίρει μόνο ιαπωνικό φαγητό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Japanese beetle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (insect: pest)σκαθάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Japanese' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the Japanese are [famous, known] for, is taking [classes, lessons, a course] in Japanese, is learning to speak Japanese, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Japanese στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Japanese'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης