Italian

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˈtæljən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪˈtælyən/ ,USA pronunciation: respelling(i talyən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Italian nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (language of Italy)ιταλικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
  (επίσημο)ιταλική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Italian is easy to learn if you already speak Spanish.
 Τα ιταλικά είναι εύκολα αν ήδη μιλάς ισπανικά.
Italian nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person from Italy)Ιταλός, Ιταλίδα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
 The local pizza place is run by an Italian named Alfonso.
 Την τοπική πιτσαρία διευθύνει ένας Ιταλός που τον λένε Αλφόνσο.
Italian adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or from Italy)ιταλικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The shoes were made out of Italian leather.
 Τα παπούτσια είναι φτιαγμένα από ιταλικό δέρμα.
Italian adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: from Italy)Ιταλός, Ιταλίδα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
 Italian men have an impeccable sense of style.
 Οι Ιταλοί έχουν άψογο στυλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Italian coffee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (espresso, caffe latte, cappuccino, etc.)ιταλικός καφές επίθ + ουσ αρσ
Italian sausage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (salami)λουκάνικο με γλυκάνισο και μάραθο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Italian sausage with roasted green peppers and onions make a wonderful main course.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Italian' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: Italians are known for, is [dating, seeing, married to] an Italian, Italians living [abroad, in New York], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Italian στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Italian'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης