Israeli

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪzˈreɪli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪzˈreɪli/ ,USA pronunciation: respelling(iz rālē)


Inflections of 'Israeli' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
Israelis
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (All usages)
Israeli
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Can be used as a collective plural—e.g. "Many Israeli visit this city.")

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Israeli nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person from Israel)Ισραηλινός, Ισραηλίτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Many Israelis are avid hikers.
Israeli adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or from Israel)ισραηλινός, ισραηλιτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Israeli salad is made of cucumbers and tomatoes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Israeli' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Israeli στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Israeli'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης